Μέσα ἀπὸ ὄνειρο ὁ Θεὸς φανέρωνε ἐπίσης θεραπεῖες ἀσθενειῶν, (κύρια μέριμνα τῶν θεραπευτῶν τοῦ Ἀσκληπιοῦ ἦταν νὰ προκαλοῦν καὶ νὰ ἑρμηνεύουν τὸ ὄνειρο), βοηθῶντας γιὰ ὅλα μέσα ἀπὸ χρησμούς, οἰωνούς, κάθε εἴδους σημεῖα — καὶ “θὰ εἴχαμε ἄδικο, ἂν πιστεύαμε πὼς οἱ δεισιδαίμονες ἦταν ἄνθρωποι χωρὶς καμμιά μόρφωση. Ἕνας πλούσιος πολιτικὸς ὅπως ὁ Νικίας, ἕνας συγγραφέας, μαθητὴς τοῦ Σωκράτη, ὅπως ὁ Ξενοφῶν, τριγυρίζονταν ἀπὸ μάντεις καὶ χρησμολόγους … κι ἔκαναν καὶ τελετὲς τὸ ἴδιο σχολαστικὲς μ’ αὐτὲς ποὺ κάνει καὶ ὁ δεισιδαίμονας τοῦ Θεόφραστου”.[428] Ὅμως δεισιδαιμονία προκύπτει μόνο στὸν βαθμὸ ποὺ ὁ ἄνθρωπος θεωρεῖται παίγνιο τῶν δυνάμεων: ἄλλο νὰ μαντεύεις καταθλιπτικὲς διαπλοκὲς μιᾶς ἀνάγκης, καὶ ἄλλο νὰ προσπαθεῖς νὰ καταλάβεις Λόγο.
“Ὑπάρχουν οἰωνοὶ ὅλων τῶν εἰδῶν: θαύματα, γιατὶ κάθε ἀφύσικο ἢ θαυμαστὸ θέαμα, κάθε γέννηση τέρατος ἀπὸ ζῶο ἢ ἀπὸ ἄνθρωπο εἶναι ἕνα σημεῖο σπουδαῖο — ἀτμοσφαιρικοί: ἡ βροχή, ἡ βροντή, εἶναι σημάδια τοῦ Δία (Διοσημεῖαι) — οἰωνοὶ ὁρατοί: κάθε ἀναπάντεχη συνάντηση, κυρίως τὸ πρωΐ, ὅταν βγαίνει κανεὶς ἀπὸ τὸ σπίτι του, εἶναι καλὸς ἢ κακὸς οἰωνός — ἀκουστικοί: κάθε λέξη ποὺ ἀκούει κανεὶς νὰ λένε ξαφνικά, κάθε θόρυβος, κραυγὴ ἢ ἦχος ποὺ δὲν τὸν περιμένει εἶναι μιὰ κληδὼν (οἰωνὸς ἀκουστικὸς) ποὺ ἐπιδέχεται ἑρμηνεία — τέλος ψυχολογικοί: κάθε ἀθέλητη κίνηση ποὺ τὴν προκαλεῖ ἡ ἐπιληψία (ἡ ‘ἱερὰ νόσος’) ἢ πιὸ ἁπλὰ ἀκόμη ἕνας βόμβος τῶν αὐτιῶν ἢ ἕνα φτάρνυσμα ἔχουν κάποια σημασία, ἀφοῦ ἡ θέληση τοῦ ἀνθρώπου ἐπάνω σ’ αὐτὰ τὰ θέματα δὲν ἔχει καμμιά δύναμη”.[429]
Συμβαίνει ὡς πρὸς αὐτὸ μετάβαση ἀπὸ τὴν Ἰλιάδα στὴν περισσότερο ‘σημειολογικὴ’ Ὀδύσσεια κι ἔπειτα στὴν μελέτη ποὺ διενεργεῖ ἡ τραγικὴ ποίηση καὶ φιλοσοφία τῆς κλασικῆς περιόδου.
“Καὶ πραγματικά, ὁ Πλάτωνας φαίνεται νὰ θεωρεῖ φυσικὸ νὰ διακρίνει κανεὶς στὸ τάδε ἐπεισόδιο τῶν ὁμηρικῶν ἐπῶν μιὰν ἀλληγορία.[430] Γιὰ κεῖνον, οἱ ποιητὲς ἐκφράζονται μὲ ἀλληγορίες, ἂν ὄχι μὲ αἰνίγματα.[431] Καὶ πῶς νὰ αἰστανθοῦμε ἔκπληξη ὅταν πρόκειται γιὰ ἕνα λαὸ ποὺ οἱ ἴδιοι οἱ θεοί του ἀρέσκονταν νὰ προκαλοῦν τὴν ἐξυπνάδα, τὴν διορατικότητα τῶν διερμηνέων τους;”[432]
Στὴν συνέχεια ἡ ἐπαφὴ αὐτὴ τελειοποιεῖται, πέρα ἀπὸ τὰ ἄμεσα ἐρωτήματα καὶ τὶς παραβολὲς τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, μὲ ὅλη τὴν ὕπαρξη καὶ ἀκόμη ὅσα συμβαίνουν στὴν ἱστορία νὰ διανοίγονται στὴν σκέψη ὅπως βιβλίο. Ὅ,τι ἐνδιαφέρει κυρίως τὸ θέμα μας, εἶναι πὼς ἡ κατάβαση ζώντων στὸν ἅδη, ἡ συνομιλία μὲ τοὺς κειμένους, μεγάλωνε τὴν συνείδηση τοῦ θανάτου, ὅμως ἡ φιλία καὶ ἐπαφὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ σὲ ὅλη τὴν φύση καὶ ἀκόμη στὸν ὕπνο, μετέτρεπε τὴν ὀδύνη σὲ θάνατο γιὰ τὸν ἑαυτὸ καὶ ἄσκηση, ὑποδηλώνοντας, ὡς ἐπαφὴ ἀκριβῶς, τοὐλάχιστον ἴχνος ἀναστάσιμης διαστάσεως τῆς ὕπαρξης. Ἔτσι ἡ φιλοσοφία καταλάβαινε ὁλοένα περισσότερο τὴν φύση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀγαθὴ καὶ ἐρωτική.
Σελ. 12345