Παρ΄ὅλο ποὺ ὁ φόβος, μήπως χαρακτηρισθῶ ὡς ἐξοφλημένο ἀπὸ τὴ ζωὴ γραΐδιον ἢ σωστὰ τρελλός, ἀπὸ τοὺς συνοδεύοντας τὴν ἐκφορὰ τῶν κεκοιμημένων, δὲν μοῦ ἐπέτρεπε τὸν κόσμο αὐτὸ τὸ νέον, νὰ τὸν ὁμολογήσω σὰν βεβαίωση τῆς ἐνταῦθα ζωῆς, διὰ τῆς ὁποίας καὶ πάλιν αὐτὸς βεβαιοῦται. Πέρα ὅμως ἀπὸ κάθε φόβο, μ΄ἐνθουσίαζε στὴν Ἐκκλησία ἡ καταξίωση τοῦ παραλόγου. Ἔνιωθα μὲ ἱκανοποίηση ὅτι, εἰς τοὺς κόλπους της, ὁ καθένας μποροῦσε νά΄χει τὴ θέση του καὶ μάλιστα ἀνεξάρτητα πρὸς τὸ ὑπ΄αὐτοῦ ἐκτελούμενον ἔργο καὶ μόνον ἐκ τῆς προαιρέσεώς του.

Ἐγκωμιάζοντας τὴν Παναγία, πού, ἐνῶ ἦτο θνητὴ σὰν καὶ μᾶς, ὡς Παρθένος ἀσπόρως ἠξιώθη μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σὲ χρόνο ἱστορικὸ νὰ γεννήσει ἀνάμεσά μας τὸν Θεὸ Υἱό, ποὺ πάλι αὐτός, ὅταν ἡ Μητέρα ἐκοιμήθη, παράλαβε στὴν ἀγκαλιά Του τὸ πνεῦμα της, Γεθσημανὶ τῷ χωρίῳ, ὁ κατ᾿ ἐξοχὴν ὑμνητὴς αὐτῆς, στόν Κανόνα του λέγει:

«Στέργειν μὲν ἡμᾶς, ὡς ἀκίνδυνον φόβῳ,
Ῥᾶον σιωπήν. Τῷ πόθῳ δέ, Παρθένε,
Ὕμνους ὑφαίνειν συντόνως τεθηγμένους,
Ἐργῶδες ἐστίν. Ἀλλὰ καί, μῆτερ, σθένος,
Ὅση πέφυκεν ἡ προαίρεσις δίδου».

Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης διηγεῖται ἔθιμον ὑλικῆς ἐνισχύσεως μέσα στὴν Ἐκκλησία, κατὰ τὴν παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων, τοῦ συνήθως νεαροῦ ἀναγνώστου τοῦ ἀνωτέρω ποιήματος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ.