Ἐγκωμιάζοντας τὴν Παναγία, πού, ἐνῶ ἦτο θνητὴ σὰν καὶ μᾶς, ὡς Παρθένος ἀσπόρως ἠξιώθη μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σὲ χρόνο ἱστορικὸ νὰ γεννήσει ἀνάμεσά μας τὸν Θεὸ Υἱό, ποὺ πάλι αὐτός, ὅταν ἡ Μητέρα ἐκοιμήθη, παράλαβε στὴν ἀγκαλιά Του τὸ πνεῦμα της, Γεθσημανὶ τῷ χωρίῳ, ὁ κατ᾿ ἐξοχὴν ὑμνητὴς αὐτῆς, στόν Κανόνα του λέγει:
«Στέργειν μὲν ἡμᾶς, ὡς ἀκίνδυνον φόβῳ,
Ῥᾶον σιωπήν. Τῷ πόθῳ δέ, Παρθένε,
Ὕμνους ὑφαίνειν συντόνως τεθηγμένους,
Ἐργῶδες ἐστίν. Ἀλλὰ καί, μῆτερ, σθένος,
Ὅση πέφυκεν ἡ προαίρεσις δίδου».
Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης διηγεῖται ἔθιμον ὑλικῆς ἐνισχύσεως μέσα στὴν Ἐκκλησία, κατὰ τὴν παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων, τοῦ συνήθως νεαροῦ ἀναγνώστου τοῦ ἀνωτέρω ποιήματος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ.
Πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πτωχὸς στὸ πνεῦμα, πολλαπλῶς διὰ τῆς Ἐκκλησίας ἐνισχύθην.
Ἐκ τῆς μελέτης τῶν μνημείων τῆς θρησκευτικῆς μας παραδόσεως, ἐξήγαγα συμπεράσματα περὶ τοῦ συμμετρικῶς ἀσυμμέτρου, περὶ τοῦ ὅτι ὀρθότερον γεωμετρικῶς εἶναι τὸ πρακτικῶς μὴ ἀκριβῶς τετράγωνον, περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ῥυθμοῦ σὰν βασικοῦ ἑρμηνευτικοῦ στοιχείου τοῦ κόσμου καὶ τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς, περὶ τῆς σημασίας τῆς ἐκλογῆς ὅσον γίνεται μικρότερης μονάδος, γιὰ νὰ εἶναι τὸ σύνολο δίκαιο, περὶ τῶν ὁρίων τοῦ προσωπικοῦ καὶ ὅτι τοῦτο μπορεῖ ἐνίοτε νὰ ἐκφραστεῖ καλύτερα διὰ τῆς ἀντιγραφῆς, ὅτι τὸ ὡραῖο, ὅταν ὑπάρχει πρὸς τοῦτο συγκίνηση, μπορεῖ νὰ κομματιαστεῖ καὶ νὰ μεταφερθεῖ ἔξω ἀπὸ τὴν ἑνότητα ποὺ τὸ γέννησε, σὲ ἄλλη καὶ ἄλλη, μέχρι ποὺ νὰ μπορεῖ ἕνας σήμερα νὰ περιβληθεῖ τὴν μυθικὴ ἁλουργίδα τῶν ἐπῶν τοῦ Ὁμήρου καί, ἐνδυμένος τὰ παλαιά, νὰ παρουσιάζεται συγχρονισμένος, πρὸς τὶς πιὸ ἐπίκαιρες φιλοσοφικὲς ἀπόψεις. Ἔφτασα ἔτσι νὰ δικαιώσω τὰ λόγια τῆς μητέρας τῆς μητέρας μου, ὅταν μωρὸ παιδὶ μ΄ἄλλαζε ἐσώρουχα: «ἀλλάζει ὁ Χριστὸς κι΄ἡ Παναγιὰ καὶ τ΄ἀποφόρια τὰ φορεῖ ὁ ἐγγονός μου».
Ξεφυλλίζοντας τὴν Ἱερὰ Σύνοψη, μποροῦμε ν΄ἀναγνώσουμε, σὲ ἦχο γ΄, τὸ ἔξοχο αὐτόμελο ἐξαποστειλάριο:
«Τὸν νυμφῶνά σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον
καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ·
λάμπρυνόν μου τὴν στολὴν τῆς ψυχῆς, Φωτοδότα καὶ σῶσόν με».
Ἐὰν ἤθελα μὲ ἐνδύματα δικά μου νά΄μπω στὴν Ἐκκλησία, νὰ προσκυνήσω τὸν ἱερὸ τῆς σωτηρίας νυμφώνα, ὅπου ὁ Θεὸς Αἷμα καὶ Σάρκα προσφέρεται, διὰ τῆς θαυμαστῆς μετουσιώσεως τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου, ἀσφαλῶς, ἐμποδίζοντάς με, θά΄κλειναν οἱ πόρτες, ὅπως μπροστὰ στὴν ὁσία Μαρία τὴν Αἰγυπτία, ποὺ μόνο ἀφοῦ μετεβλήθη, σκορπίζοντας σὲ σύννεφο φωτὸς τὸ πάγιο σχῆμα τοῦ ἐγώ, ἀξιώθηκε τῆς θείας μεταλήψεως.
Σελ. 12345