Τὶ συμβαίνει στὴν Ἔρημο; Τὶ γυρεύει ἐκεῖ πέρα ὁ ἄνθρωπος μόνος; Πῶς ἀποπλυνόμεθα τῶν ἁμαρτιῶν μας; Θυμοῦμαι τί μᾶς εἶχε πεῖ ἡ Μυγδαλιὰ ἡ ὑπηρέτρια, ἀπὅνα χωριὸ τῆς Χαλκιδικῆς, πού ῾χαμε σπίτι σὰν εἴμασταν παιδιά. Μᾶς εἶχε δεῖ, πού, ἀδιαφορώντας γιὰ τὸ ποῦ ἔπεφταν καὶ χανόντουσαν ἐδῶ κι ἐκεῖ, κόβαμε τὰ νύχια τῶν χεριῶν καὶ τῶν ποδιῶν. Εἶπε λοιπόν, ὅτι δὲν κάναμε καλὰ καὶ αὐτὸ ἦταν ἁμαρτία, νὰ σκορπᾶμε τὰ μέρη τοῦ σώματός μας, γιατὶ στὴν Κρίση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, θὰ πρέπει νὰ παρουσιαστοῦμε ὁλόκληροι, ἀλλιῶς θὰ μᾶς ῥίξει, γιὰ ἕνα ἀτελείωτο πλῆθος ἐτῶν, στὸ ἄναρχο κοσμικὸ χάος, πού῾ναι ἡ Κόλαση, νὰ ψάχνουμε ὅ,τι αὐθαιρέτως ἀπομακρύναμε ἀπὸ τὸ ἅπαξ γεννηθὲν καὶ συνεχῶς ἀναπτυσσόμενο εἶναι μας. Καὶ πρόσθεσε ὅτι ἔπρεπε νὰ μαζεύουμε τ᾿ ἀποκοπτόμενα καὶ νὰ τὰ ῥίχνουμε μέσα στὸν κόρφο μας, κάνοντας ταυτόχρονα τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ.

Στὴ σύγχρονή μας τέχνη, εὔκολα μπορεῖ κανεὶς νὰ ξεχωρίσει, ὡς χαρακτηριστικό, μιὰν ἄοκνη, ὅσο καὶ βαθιὰ πρωτόγονη, προσπάθεια περισυλλογῆς τῶν μνημονίων τοῦ ψυχικοῦ μας εἶναι, σάμπως ἡ ἀνθρωπότητα ὁλόκληρη νά΄χει χάσει παντελῶς τὸ ἔνδυμα τῆς ψυχῆς, ἀφήνοντας σκόρπια ξεσκλήδια στ΄ἀγκάθια τῶν καθημερινῶν πειρασμῶν, ποὺ συνεπάγεται ἡ ἀτομικὴ τοῦ ἐγὼ ἐπιβίωση. «Δὲν ἔχω», λοιπόν, «ἔνδυμα ἵνα εἰσέλθω», κραυγάζει ὁ καθείς.

Σὲ μιὰ ἀπέλπιδα στιγμὴ τῆς προσπαθείας μου γιὰ αὐτοπερισυλλογή, τὸ 1945, μονάχος ἕν΄ἀπόγευμα, μπῆκα στὴν Ἐκκλησία τοῦ συνοικισμοῦ Νέας Ἰωνίας Ἀθηνῶν. Ἀργότερα, πολλὲς φορὲς συσχέτισα τὴν εἴσοδό μου ἐκείνη, ἐντὸς τοῦ ἱδρύματος, τῆς ἐκ θείας ἀποκαλύψεως θρησκευτικῆς παραδόσεως, μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ Κολοκοτρώνη, ὅταν ἔμεινε ἔρημος, πρὶν βγεῖ στὰ βουνὰ καὶ κράξει τοὺς σκόρπιους ἀπὸ τὸ φόβο τῶν Τούρκων Ἕλληνες, στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χρυσοβιτσιοῦ, ἐνισχυόμενος ἀπὸ τὸ μεγάλο τοῦ ἥρωος παράδειγμα.

Μέσα ὁ ναὸς ἦταν ἀκόμη ἀσυμπλήρωτος καὶ ὡς μόνο πλήρωμα στεκόντουσαν κι΄ἄκουγαν, τὸν κρυμμένο μέσα στὸ ἱερὸ παπά, μιὰ μαυροφορεμένη γρηά, ἕνας τρελλὸς καὶ ἐγώ. Τότε λοιπόν, παρὰ τὶς ἐλλιπεῖς μου γνώσεις στὰ θρησκευτικὰ καὶ θεολογικά, καθὼς προσπαθοῦσα νὰ βάλω τοὺς σκόρπιους λογισμούς μου σὲ κάποια τάξη, ἀντιλήφθηκα ὅτι πολὺ σωστὰ θὰ μποροῦσαν νὰ διακοσμηθοῦν οἱ τοῖχοι τοῦ ἄδειου ναοῦ, μὲ τὴν ἁπλὴ καταγραφή, ἀπὸ πάνω ἕως κάτω, ὅπως στὰ χαρτάκια ποὺ δίνουμε στὸν παπὰ γιὰ νὰ τὰ διαβάσει, τῶν ὀνομάτων ὅλων τῶν προσφιλῶν μας νεκρῶν.