Ἀγαπῶ τὴν Ἐκκλησία· τὴν Ἑλληνικὴ Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. … Ἐξηγοῦσα σὲ φίλους, ὅτι ἡ αἰσθηματικὴ αὐτὴ τοποθέτηση ἔλυε ὅλα τὰ προβλήματα, ποὺ μπορεῖ νά΄χει ὁ ἄνθρωπος. Ἐκεῖνοι ἔδειξαν πὼς σεβόντουσαν τὰ αἰσθήματά μου σὰ μιὰ ἀπὸ τὶς ἰδιοτροπίες μου, ἀλλὰ δὲν συμφωνῆσαν μαζί μου ὅτι ἡ Ἐκκλησία χωράει τὰ πάντα. Ἀνάφεραν ὅτι, καὶ σὰν ἀρχιτεκτονικὸ κτίσμα καὶ σὰν ἠθικὸς θεσμός, βρισκόταν σὲ παρακμή, στόν τόπο μας σήμερα. Εἶπαν ὅτι οὔτε μιὰ ὄμορφη ἢ ἱστορικὰ σημαντικὴ ἐκκλησία ὑπάρχει, ἐπὶ παραδείγματι στὴν πόλι τους, παρ΄ὅλο ὅτι αὐτή, πρώτη σ΄ ὅλη τὴν Εὐρώπη, ὑποδέχτηκε τὸν Μέγαν Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν. Ἐσυνέχισαν τέλος μὲ σχόλια γύρω ἀπὸ τὴ μόρφωση καὶ ἠθικὴ τῶν σημερινῶν ἱερωμένων. Μοῦ θύμησαν τοὺς φίλους καὶ συγγενεῖς ποὺ πέσαν ἀπάνω μου, σὰν ἀγάπησα μιὰ κοπέλλα, ποὺ κατὰ τὴ γνώμη τους δὲν ἄξιζε.

Συλλογίστηκα λοιπὸν τὸ θάῤῥος, ἔναντι σὲ κάθε συμβατικὴ κοινωνικὴ ἀξιολόγηση, τοῦ Προφήτη Ἀββακούμ, ποὺ παντρεύτηκε πόρνη καὶ δὲν ἐπιχείρησα ν΄ἀπαντήσω μὲ λογικές, πιθανές, ὀρθὲς ἀντιῤῥήσεις. Τὸ ἐναντίον, ὑπερθεμάτισα σὲ ὅσα ἔλεγαν.

Μπορεῖ, ἐτόνισα, αὐτὸ ποὺ συνήθως ἐννοοῦμε ὡς Ἐκκλησία, τὸ κτήριο ἢ ὁ κοινωνικὸς θεσμός, οἱ πέτρες καὶ ἡ λάσπη ἢ ὁ κάθε ταλαίπωρος θνητὸς ποὺ τὴν ὑπηρετεῖ, ὄχι μονάχα σήμερα, ἀλλὰ οὐδέποτε νὰ μὴν ὑπῆρξαν ἀξιόλογα. Ἐν συνεχείᾳ μάλιστα, πρὸς ἐπίῤῥωση τῶν λεγομένων μου, ἐπρόσθεσα καὶ σχετικὰ ἀνέκδοτα ἀπὸ τὴν Ἀπόκρυφη ἱστορία τοῦ Προκοπίου κι΄ἀπ΄ἄλλους Βυζαντινοὺς Χρονογράφους.

Τὸ ζήτημα ὅμως ἐν τέλει, ὑπογράμμισα, δὲν εἶναι νὰ ἐξετάσουμε, ἄν ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι πράττουμε τὸ καλό, παρὰ ἐὰν εἶναι, ναὶ ἢ ὄχι ἀπὸ Θεοῦ καὶ κατὰ συγκατάβαση ἡ Ἐκκλησία μας, ἐν Χριστῷ δωρεά, ὅπως καὶ ἡ ὕπαρξή μας, ἀσχέτως ἄν ἡμεῖς διὰ τοῦ παρόντος βίου τὴν κατασπιλώνουμε.

Συνήθως οἱ ἔννοιες ποὺ διατυπώνουμε, σὰν τὶς ἐξισώσεις τῆς ἄλγεβρας μὲ τὶς πολλὲς πιθανὲς λύσεις, ἀποτελοῦν νεφέλωμα θετικῶν ἢ ἀρνητικῶν διαθέσεων καὶ γι΄αὐτό, ἐπειδὴ στὴν ἔκφρασή μας δὲν ὑπάρχουν συχνὰ σαφὴ ὅρια, ἡ συζήτηση πέρνει ἄλλο δρόμο ἢ διακόπτεται. Ἔτσι συνέβη καὶ μὲ τοὺς φίλους τῆς Καβάλας. …

Ἀνθρώπινη ἀνάγκη εἶναι νὰ μπαίνουν σ΄ἕνα δρόμο τὰ πράγματα. Φόβοι καὶ δισταγμοὶ καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς ποὺ γράφω ἀναστέλλουν κάθε σαφὴ τοποθέτηση. Ἀκούω μιὰ φωνή, ποὺ προσπαθεῖ νὰ μὲ πείσει, ὅτι τοποθετούμενος θὰ πάψω νὰ ὑφίσταμαι, θὰ κονιορτοποιηθῶ ἐντελῶς. Χρόνια τώρα σφυρηλατήθηκα ἀπ΄αὐτὴ τὴν αἴσθηση τῆς κονιορτοποιήσεως. Πιθανὸν νὰ εἶναι συγγενὴς στόν ἄνθρωπο.

Πάντως, ὅταν τὸ καλοκαίρι τοῦ 1933 πρωτοπῆγα στὸ Ἅγιον Ὄρος, διατηροῦσα εἰσέτι πολλὲς βεβαιότητες διὰ τὸ συμπαγὲς σχῆμα τοῦ ἐγώ. Ἐξαιτίας αὐτοῦ θυμᾶμαι ἔκλεισα ἀμέσως τὸν Συναξαριστή, ποὺ εἶχα πάρει νὰ διαβάσω, ὅταν συνάντησα τὴ φράση, πὼς ἕνας Ἅγιος ἀπὸ βρέφος ἔδειχνε ὅτι θὰ γινόταν εὐσεβής, ἀποποιούμενος τὸ μαστὸ τῆς μητέρας του καὶ νηστεύοντας κάθε Τετάρτη καὶ Παρασκευή.

Ἀλλὰ ἤδη ἀπὸ τὸ 1937, δὲν ἐκφραζόμουν πιὰ κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο. Διέβλεπα στὴν παραπάνω φράση καὶ σὲ ἄλλες ἀνάλογες μιὰ ἀλήθεια, πού, μὴ ξέροντας πῶς νὰ τὴν ἀποδείξω, γινόμουνα πεισματάρης, νιώθοντας, παράλληλα πρὸς τὸ πεῖσμα μου καὶ ἴσως ἐξαιτίας αὐτοῦ, μιὰ μεγάλη ντροπή, ποὺ δὲ μποροῦσα λογικὰ νὰ κυριαρχῶ τῶν συζητητῶν, ἀλλὰ τὸ ἐναντίον, διαρκῶς ἡττώμην.

Ἡ συνεχὴς ἧττα ἀντίκρυ στοὺς ὑποστηρίζοντας σαφῶς καὶ μὲ λογικὴ τὰ περὶ κόσμου, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ διατηρήσω τὸ παράλογο ποὺ μέσα μου ἔνιωθα νὰ μεγαλώνει, ἀποτελώντας ὅλη μου τὴ χαρά καὶ τὴ ζωή, τὴν ὥρα πού, μετὰ ἀπὸ μιὰ συναισθηματικὴ κρίση, διατεινόμουν δίχως κανεὶς νὰ μὲ πιστεύει, πὼς ἤμουν ἕνας πεθαμένος ἄνθρωπος, μὲ πλησίαζε ὁλοένα ἐγγύτερα πρὸς τοὺς τρελλούς, ποὺ βλέπουμε νὰ καταφεύγουν, ξένοι πρὸς τὸν τριγύρω κόσμο, στὸ πλῆθος τῶν ναῶν καὶ παρεκκλησίων, ποὺ κοσμοῦν τὴν ἑλληνικὴ γῆ.

Ἐνῶ εἶχα ἀρχίσει νὰ περιηγοῦμαι, μᾶλλον σὰν τουρίστας, τὰ μνημεῖα, ποὺ ἄφησε ἡ ὀρθόδοξος χριστιανικὴ πίστη, τῶν ἀειμνήστων βυζαντινῶν μας πατέρων, σὺν τῷ χρόνῳ διαφοροποιούμουνα.