Ἀλλὰ ἤδη ἀπὸ τὸ 1937, δὲν ἐκφραζόμουν πιὰ κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο. Διέβλεπα στὴν παραπάνω φράση καὶ σὲ ἄλλες ἀνάλογες μιὰ ἀλήθεια, πού, μὴ ξέροντας πῶς νὰ τὴν ἀποδείξω, γινόμουνα πεισματάρης, νιώθοντας, παράλληλα πρὸς τὸ πεῖσμα μου καὶ ἴσως ἐξαιτίας αὐτοῦ, μιὰ μεγάλη ντροπή, ποὺ δὲ μποροῦσα λογικὰ νὰ κυριαρχῶ τῶν συζητητῶν, ἀλλὰ τὸ ἐναντίον, διαρκῶς ἡττώμην.

Ἡ συνεχὴς ἧττα ἀντίκρυ στοὺς ὑποστηρίζοντας σαφῶς καὶ μὲ λογικὴ τὰ περὶ κόσμου, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ διατηρήσω τὸ παράλογο ποὺ μέσα μου ἔνιωθα νὰ μεγαλώνει, ἀποτελώντας ὅλη μου τὴ χαρά καὶ τὴ ζωή, τὴν ὥρα πού, μετὰ ἀπὸ μιὰ συναισθηματικὴ κρίση, διατεινόμουν δίχως κανεὶς νὰ μὲ πιστεύει, πὼς ἤμουν ἕνας πεθαμένος ἄνθρωπος, μὲ πλησίαζε ὁλοένα ἐγγύτερα πρὸς τοὺς τρελλούς, ποὺ βλέπουμε νὰ καταφεύγουν, ξένοι πρὸς τὸν τριγύρω κόσμο, στὸ πλῆθος τῶν ναῶν καὶ παρεκκλησίων, ποὺ κοσμοῦν τὴν ἑλληνικὴ γῆ.

Ἐνῶ εἶχα ἀρχίσει νὰ περιηγοῦμαι, μᾶλλον σὰν τουρίστας, τὰ μνημεῖα, ποὺ ἄφησε ἡ ὀρθόδοξος χριστιανικὴ πίστη, τῶν ἀειμνήστων βυζαντινῶν μας πατέρων, σὺν τῷ χρόνῳ διαφοροποιούμουνα.

Ἀρχιτεκτονική, ζωγραφικὸς διάκοσμος τῶν ναῶν, ποίηση καὶ μουσικὴ τῶν ἐν αὐτοῖς τελουμένων, χωρὶς τὴ σοβαρότητα τῆς ἀντικειμενικῆς ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μὲ ξεκουράσει μὲ τὸν τίτλο τοῦ βυζαντινολόγου, χωρὶς τὴν τάξη τοῦ πιστοῦ ἐκ παραδόσεως, ποὺ λυτρώνεται παρακολουθώντας τακτικὰ τὴ λειτουργία, ἑνούμενα μὲ τὸν πυρήνα τοῦ παραλόγου ἐντός μου, σιγά σιγά ἄρχισαν νὰ μοῦ ἐπιτρέπουν τὴν ἐπικοινωνία μ΄ἕναν ἄλλο κόσμο.