Κι ἔπειτα ἡ ἀπόδοση τοῦ introduction στὸ διήγημα τοῦ Σέυμουρ ὡς ‘συστατικῶν στοιχείων,’ δὲν περιέχει τίποτα πειστικό.

Ἡ ἀμείλικτη πραγματικότητα ποὺ μὲ ἐνδιέφερε ὅμως τώρα ἦταν ἄλλη, ὅτι βρισκόμουν αἴφνης χωρὶς τὴ Φράνυ καὶ τὸν Ζούι! Ἡ μνήμη τοῦ βαθυκόκκινου ἐξωφύλλου στὶς ἐκδόσεις τοῦ Ἐπίκουρου ὁλοκλήρωνε τὸ ἀδιέξοδο, ἀφοῦ δὲν γίνεται νὰ συγκριθεῖ μὲ τὴν ἐξυπνακίστικη μοντερνιὰ τοῦ Καστανιώτη.

Μιὰ λύση νὰ ζητήσω τὸ ἀντίτυπο ἀπὸ τὴν φίλη μου γιὰ νὰ βγάλω φωτοτυπία, ὅπως ἔκανα σὲ ἄλλες περιπτώσεις, ἀλλὰ πρῶτα ἡ ἔσχατη ἐλπίς! τὸ παλαιοβιβλιοπωλεῖο, ὅπου τὸ θαῦμα συνέβη!, ἀνακάλυψα τὴν ποθητὴ ἔκδοση, τὴν ὁποία παρήγγειλα μαζὶ μὲ τὴν ἄλλη τοῦ Καστανιώτη γιὰ νὰ δῶ τὶς διαφορές.

Στὸ γραφεῖο μου πιὰ καὶ τὰ δύο βιβλία, κι ἔγινε μιὰ πρώτη ἀνάγνωση, ἀπ’ ὅπου φαίνεται ἡ ἑξῆς μόνιμη διαφορὰ στὴ μετάφραση τοῦ Ἀλάτση, ὅτι ἔχει πιὸ φυσικὸ λόγο καὶ ταιριαστὸ μὲ τὶς ἡλικίες τῶν πρωταγωνιστῶν, τιμῶντας περισσότερο τὸ αἴσθημα τῶν ἑλληνικῶν ἐπίσης, συνήθως ἐγγύτερη καὶ στὸ πρωτότυπο ἐν συγκρίσει μὲ τὸν Κορτώ.

Γιὰ παράδειγμα στὴ σ. 22/22/29 (ὁ πρῶτος ἀριθμὸς παραπέμπει στὸ πρωτότυπο [Penguin books 1964], ὁ δεύτερος στὴν ἔκδοση Ἐπίκουρου [μτφρ. Ἀλάτση, 1983] καὶ ὁ τρίτος στὴν ἔκδοση Καστανιώτη [μτφρ. Κορτώ, 2011]) τὴν ἔκφραση τοῦ πρωτότυπου unqualified dissafection ὁ Κορτὼ ἀποδίδει ἀκατανόητα ὡς “αναρμόδια απαρέσκεια” καὶ σωστὰ ὁ Ἀλάτσης ὡς “ἀνεπιφύλαχτη ἀντιπάθεια,” ἀποφεύγοντας τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀποστροφή, ποὺ ἂν καὶ τυπικὰ θὰ ἔστεκε, δὲν ἀνταποκρίνεται στὰ πράγματα.