Γιὰ παράδειγμα στὴ σ. 22/22/29 (ὁ πρῶτος ἀριθμὸς παραπέμπει στὸ πρωτότυπο [Penguin books 1964], ὁ δεύτερος στὴν ἔκδοση Ἐπίκουρου [μτφρ. Ἀλάτση, 1983] καὶ ὁ τρίτος στὴν ἔκδοση Καστανιώτη [μτφρ. Κορτώ, 2011]) τὴν ἔκφραση τοῦ πρωτότυπου unqualified dissafection ὁ Κορτὼ ἀποδίδει ἀκατανόητα ὡς “αναρμόδια απαρέσκεια” καὶ σωστὰ ὁ Ἀλάτσης ὡς “ἀνεπιφύλαχτη ἀντιπάθεια,” ἀποφεύγοντας τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀποστροφή, ποὺ ἂν καὶ τυπικὰ θὰ ἔστεκε, δὲν ἀνταποκρίνεται στὰ πράγματα.

Ὅμως οἱ ἀκατανόητες ἐπιλογὲς δὲν σπανίζουν στὴ μετάφραση τοῦ Κορτώ, ὅπως στὴ σ. 24/24/32, ὅπου ἡ Φράνυ φορτώνεται μιὰ ἀπορία περὶ χταποδιοῦ τελείως ἄσχετη μὲ τὸ πρωτότυπο: Θέλω να πω, και σαλιγκάρια και χταπόδι πάρε άμα θες. Χταπόδι ή οκταπόδι; Στὸ πρωτότυπο: “I mean, take snails and octopuses and things. Octopi.”

Ἁπλὰ καὶ ὡραῖα ὁ Ἀλάτσης διατηρεῖ τὴν πολυσημία ἢ ἀπροσδιοριστία ποὺ θέλησε ὁ Σάλιντζερ: Θέλω νὰ πῶ, πάρε σαλιγκάρια καὶ χταπόδια καὶ πράματα. Ὀκτάποδες.

Ὄχι πὼς ἡ ἔκδοση τοῦ Ἐπίκουρου εἶναι ἐλεύθερη ἀπὸ προβλήματα.

Γιὰ παράδειγμα στὴν σ. 29/29/38, λείπει ὁλόκληρη φράση! καὶ ὄχι ἡ πιὸ ἀσήμαντη (I’m sick of it. I’m sick of not having the courage to be an absolute nobody), ὑπαρκτὴ στὸν Κορτώ, ὁ ὁποῖος κατορθώνει, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, νὰ τὴ χαλάσει μεταφράζοντας τὸ absolute nobody ὡς ‘ξεγυρισμένο τίποτα,’ δηλαδὴ προδίδοντας τὴν ἀφαίρεση ποὺ χρειάζεται ὁ Σάλιντζερ, ἂν τὸ ξεγυρισμένο μπορεῖ νὰ εἶναι ἴσως ‘ἐκτυφλωτικό,’ ‘ὁλοφάνερο,’ κτὅ., ὡς τέτοιο διαφορετικὸ ἀπὸ ἕνα ἁπλὸἀπόλυτο τίποτα.

Τὸ ἴδιο ἄσχετη ἡ μετάφραση τοῦ Κορτὼ στὴν ἴδια σελίδα, ὅπου ἔχει τὴν τιμητική της ἡ ματαιοδοξία. Ἂν κανεὶς λαχταράει νὰ κάνει some kind of a splash δὲν εἶναι ὅποιος (ἐνδεχομένως γιὰ μή–ἐγωϊστικὸ λόγο) ‘θέλει να ακουστεί’ (Κορτώ), ἀλλὰ ὅποιος θέλει νὰ κάνει κάποιου εἴδους πάταγο,’ ὅπως πολὺ καλὰ μεταφράζει ὁ Ἀλάτσης.

Ἡ Φράνυ, κακῶς ὑποχωρῶντας στὶς πιέσεις τοῦ ἀνόητου φίλου της, μιλάει γιὰ τὴ Φιλοκαλία. Πρῶτα προσπάθησε νὰ πεῖ τί ἔχει καταλάβει γιὰ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ ποὺ ἀναφέρει ἡ Βίβλος, ἔπειτα (σ. 31/32/41) πληροφορῶντας πὼς ἡ Φιλοκαλία “apparently was written by a group of terribly advanced monks who sort of advocated this really incredible method of praying.