Πολὺ ὡραῖα ὁ Βελέντζας μεταφράζει Ψηλὰ σηκῶστε τὴ σκεπή, μαστόροι. Ἡ παρουσία ἐδῶ τοῦ ἄρθρου εἶναι ἀπαραίτητη, ἐφόσον δηλώνει προΰπαρξη, ἀναφέρεται στὴν ψυχή, ἡ ὁποία ἐν ἀναμονῇ τοῦ Νυμφίου δὲν οἰκοδομεῖται ἐκ τοῦ μηδενὸς ἀλλὰ μεταμορφώνεται, παιδαγωγεῖται, ἀσκεῖται, ὀμορφαίνει, μεγαλώνει καὶ ὑψώνεται.

Κι ἔπειτα ἡ ἀπόδοση τοῦ introduction στὸ διήγημα τοῦ Σέυμουρ ὡς ‘συστατικῶν στοιχείων,’ δὲν περιέχει τίποτα πειστικό.

Ἡ ἀμείλικτη πραγματικότητα ποὺ μὲ ἐνδιέφερε ὅμως τώρα ἦταν ἄλλη, ὅτι βρισκόμουν αἴφνης χωρὶς τὴ Φράνυ καὶ τὸν Ζούι! Ἡ μνήμη τοῦ βαθυκόκκινου ἐξωφύλλου στὶς ἐκδόσεις τοῦ Ἐπίκουρου ὁλοκλήρωνε τὸ ἀδιέξοδο, ἀφοῦ δὲν γίνεται νὰ συγκριθεῖ μὲ τὴν ἐξυπνακίστικη μοντερνιὰ τοῦ Καστανιώτη.