“I’m ashamed of it. I’m sick of it. I’m sick of not having the courage to be an absolute nobody. I’m sick of myself and everybody else that wants to make some kind of a splash…”

(Ντρέπομαι γι’ αὐτό. Νοιώθω ἀηδία γι’ αὐτό. Μ’ ἀηδιάζει ποὺ δὲν ἔχω τὸ κουράγιο νὰ εἶμαι ἕνα ἀπόλυτο τίποτα. Ἀηδιάζω μὲ τὸν ἑαυτό μου καὶ μὲ καθένα ποὺ λαχταράει νὰ κάνει κάποιου εἴδους πάταγο…)