Ἀλίμονο ἂν νομίζεται θεία ἕνωση ἡ συμφωνημένη συμπαρεύρεση μιὰ φορὰ στὴν ἐκκλησιαστικὴ διαδικασία, ὅπου μπορεῖ νὰ προσέλθουν ἀκόμη καὶ συνάπτοντες γάμους συμφερόντων, νομιμοποιήσεως τέκνων, κλπ.

Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἀγαπήσει τὸ ἴδιο σοβαρὰ καὶ μοναδικὰ τοὺς πάντες ἀνεξαιρέτως, πρὸς τὸ ὁποῖο ἐξωθεῖ ἡ διπλὴ ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ, ὑπονομεύει τὴν ἀξία τοῦ γάμου μὲ τὸν πιὸ καίριο τρόπο, ἀφαιρῶντας τὴν ἴδια τὴν ρίζα του, φανερώνοντας τὴν γαμήλια ἐπιλογὴ νὰ τείνει στὴν ἀπερισκεψία, ἀνωριμότητα, μεροληψία καὶ συμπτωματικότητα.

Εἴτε ἐκκινῶντας ἀπὸ τὴν προϋπόθεση αὐτή, εἴτε ἀπὸ ἄλλες, πάντως ὁ αὐστηρὸς περιορισμὸς τῆς ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας στὸν ἕνα γάμο εὐσταθεῖ μόνο ἂν ἤδη αὐτός, συνειδητὰ ἢ μή, ἔχει θεωρηθεῖ κατ’ οἰκονομίαν ἀνεκτός.

Μεταξὺ Καθολικισμοῦ καὶ Ὀρθοδοξίας ὑπάρχει ἁπλὴ διαφορὰ βαθμοῦ στὴν ἀποδοχὴ τοῦ γάμου, μὲ τὴν καθολικὴ Ἐκκλησία νὰ ἐξαντλεῖ τὴν οἰκονομία της στὸν ἕνα γάμο, μὲ τὴν ὀρθόδοξη νὰ ἐπιδεικνύει ἁπλῶς περισσότερη ἀνοχή, ἐξαντλῶντας τὴν οἰκονομία της στοὺς τρεῖς γάμους, καὶ μὲ τὶς δύο Ἐκκλησίες, ἔστω ὑπόρρητα, νὰ ἔχουν πράγματι ὡς κανόνα τὴν ἀπουσία γάμου, ὅπως ἰσχύει στὴν Καινὴ Διαθήκη.