Τὸ δικαίωμα εἶναι κοσμικὴ λογική. Ὁ ἄνθρωπος, ὅσο πιὸ κοσμικὸς εἶναι, τόσο περισσότερο δικαίωμα ἔχει· ὅσο πιὸ πνευματικὸς εἶναι, τόσο λιγώτερο δικαίωμα ἔχει…

«Ἔκανα», λένε μερικοί, «τὴν δουλειά μου, βοήθησα ἐκεῖ, τελείωσα. Εἶμαι ἐντάξει. Ἡ ἄλλη δουλειὰ δὲν εἶναι δική μου, φεύγω…». Δὲν ἐξετάζουν ἂν ὁ ἄλλος εἶναι φιλάσθενος ἢ ἔχη πονοκέφαλο καὶ δὲν μπορῆ νὰ δουλέψη ἢ δουλεύη λιγώτερο… Ἢ λένε: «αὐτὴ ἡ μερίδα εἶναι δική μου· τὴν δικαιοῦμαι», καὶ δὲν ἐξετάζουν ἂν ὁ ἄλλος εἶναι πιὸ ἀδύνατος ἢ ὁ ὀργανισμός του καταναλίσκη περισσότερο, καὶ ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ περισσότερη τροφή…

Ξέρετε τί εἶναι νὰ βλέπης ἀνθρώπους πνευματικοὺς νὰ ἀντιμετωπίζουν κοσμικὰ τὰ πράγματα; Λίγο–πολὺ δηλαδὴ παρατήρησα σὲ ἀρκετοὺς μοναχοὺς τὸ ἑξῆς: Τὴν νηστεία, τὴν προσευχή, τὴν ἀκολουθία, τὸ διακόνημα, τὰ κάνουν. Φοροῦν ἔνδυμα μοναχικό, ἔχουν καλογερικὸ πρόγραμμα, ἀλλὰ ἡ ἀντιμετώπιση, ἀντὶ νὰ εἶναι πνευματική, εἶναι κοσμική, γιατὶ κοιτοῦν πῶς νὰ μὴν τοὺς ποῦν καμμιὰ κουβέντα, νὰ μὴν ἀδικηθοῦν. Δηλαδὴ βρίσκονται στὴν κοσμικὴ δικαιοσύνη καὶ πολλὲς φορὲς οὔτε καὶ ἐκεῖ φθάνουν. Ἄντε τώρα νὰ συνεννοηθῆς πνευματικὰ μ᾿ αὐτούς…

Πῶς νὰ χωρέση ἡ ἀνθρώπινη δικαιοσύνη στὴν πνευματικὴ ζωή; Καὶ στὴν κοσμικὴ ζωὴ δὲν βγαίνεις πέρα μὲ τὴν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη, πόσο μᾶλλον στὴν πνευματική. Ὅταν ἤμουν στὸ Κοινόβιο, ὅλοι κοίταζαν πῶς νὰ κάνουν κάποια θυσία. Στὴν δουλειά, στὸ φαγητό, σὲ ὅλα ὑπῆρχε αὐτὸ τὸ πνεῦμα: Σκέφτονταν πρῶτα τὸν ἄλλον, καὶ γι᾿ αὐτὸ ζοῦσαν τὸν Παράδεισο.

Ἦταν κάποιος λ.χ. στὴν τράπεζα; Κοιτοῦσε νὰ φάη αὐτὸς λιγώτερο, γιὰ νὰ μείνη τὸ περισσότερο γιὰ τὸν ἄλλον. Καὶ ἀδύνατος νὰ ἦταν ὁ ἴδιος, δὲν τὸ λάμβανε ὑπ᾿ ὄψιν. Οὔτε ἐξέταζε τί ἦταν ὁ ἄλλος. Ἔκανε θυσία. Οὔτε ἔβαζε τὴν κρίση του νὰ πῆ: «Θὰ τοῦ κάνη κακό, ἂν φάη περισσότερο»…

Μόνον ὁ κόπος τῶν ζώων πάει χαμένος. Καὶ αὐτὰ τὰ καημένα, παρόλο ποὺ ἐξ αἰτίας μας ταλαιπωροῦνται – μετὰ τὴν παράβαση τῶν Πρωτοπλάστων ἡ φύση συστενάζει μὲ τὸν ἄνθρωπο –, θυσιάζονται γιὰ μᾶς!

Εἶναι φοβερό! Βλέπετε, τὰ ἄγρια ζῶα, ὅταν τραυματίζωνται ἀπὸ τοὺς κυνηγούς, τί τραβᾶνε! Σακατεμένα, μὲ σπασμένα πόδια, νὰ μὴν μποροῦν νὰ τρέξουν, νὰ τὰ ξεκοιλιάζουν τὰ μεγάλα ζῶα, νὰ τὰ τρῶνε, καὶ νὰ μὴν ἔχουν καμμιὰ ἀνταμοιβή!