Για την κρίση στη χώρα μας ασφαλώς φταίμε εμείς οι ίδιοι που για πολλά χρόνια δεν φροντίσαμε ούτε τα δημοσιονομικά μας να έχουμε σε τάξη, ούτε τις μεταρρυθμίσεις που χρειαζόταν να υλοποιήσουμε. Αλλά ευθύνες έχει και η ίδια η αρχιτεκτονική της Ευρώπης, η οποία δεν είχε δημιουργήσει εγκαίρως αποτελεσματικό μηχανισμό εποπτείας, ούτε μηχανισμό αντιμετώπισης κρίσεων.
Η Ελλάδα σήμερα δεν πρέπει να διστάζει να μιλήσει για δημοσιονομική πειθαρχία, για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην Ευρωζώνη, για εξωστρέφεια και ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Για την ψηφιακή οικονομία, για την προστασία του περιβάλλοντος. Αυτή είναι η ατζέντα του μέλλοντος. Αντιθέτως, υποχρεούται να έχει άποψη.
Είμαστε η χώρα η οποία πέτυχε την μεγαλύτερη δημοσιονομική προσαρμογή σε καιρό ειρήνης, με μεγάλες θυσίες των πολιτών. Οι δυνατότητές μας είναι πολύ μεγάλες.
Μετά από τόσα χρόνια ύφεσης και στασιμότητας το ελατήριο της ελληνικής ανάπτυξης μπορεί και πρέπει να εκτιναχθεί. Αν κάτι το εμποδίζει είναι οι αλλοπρόσαλλες επιλογές της σημερινής Κυβέρνησης.
Οι ιδεοληπτικές αμφιθυμίες στην προσέλκυση επενδύσεων και ιδίως η υπερφορολόγηση. Μπορούμε συνεπώς να υποστηρίξουμε πειστικά την οικοδόμηση μίας πιο αποτελεσματικής και πιο δίκαιης αρχιτεκτονικής της Ευρωζώνης προς όφελος όλων των χωρών μελών της.
Ένα πρώτο βασικό σημείο είναι η αναγνώριση των λαθών που έχουν γίνει. Παρά τα μέτρα που έχουν ληφθεί στην πορεία η Ευρωζώνη εξακολουθεί και σήμερα να αντιμετωπίζει ελλείμματα στην αρχιτεκτονική της. Η δημιουργία του κοινού νομίσματος αφαίρεσε από τις χώρες το εργαλείο της συναλλαγματικής πολιτικής για τη διόρθωση των μακροοικονομικών και εξωτερικών ανισορροπιών.
Αυτό όμως έγινε χωρίς να δοθεί επαρκής παράλληλη έμφαση στις διαρθρωτικές πολιτικές, οι οποίες θα καθιστούσαν τις πιο αδύναμες χώρες επαρκώς ανταγωνιστικές.
Αντιθέτως, το γεγονός ότι χώρες της περιφέρειας μπορούσαν μέχρι το 2010 να δανείζονται με εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια, έδωσε πρόσκαιρα ανάσα στα δημοσιονομικά των χωρών αυτών. Δημιούργησε όμως τις γνωστές «φούσκες» υπερδανεισμού, είτε κρατικού, όπως στην Ελλάδα και την Πορτογαλία, είτε ιδιωτικού όπως στην Ιρλανδία και την Ισπανία.