ΑΠΕΥΘΥΝΟΜΕΝΟΣ σὲ χριστιανικοὺς λαοὺς ποὺ σκανδαλίζονται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ταυτότητά τους, ὁ Φλορόφσκυ συμβουλεύει “νὰ ἀναγνωρίσουμε τὸ βασικὸ αὐτὸ γεγονὸς τῆς χριστιανικῆς ἱστορίας μὲ ταπείνωση μπροστὰ στὴν βουλὴ τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία ἐκπληρώνεται στὸν προορισμὸ τῶν ἐθνῶν. Καὶ ἡ ‘Κλήση τῶν Ἐθνῶν’ σήμαινε ὅτι ὁ ἑλληνισμὸς εὐλογήθηκε ἀπὸ τὸν Θεό…

“Στὴν ἐκλογὴ τῶν Ἑλλήνων πρέπει νὰ ἀναγνωρίσουμε τὶς ἀπόκρυφες ἀποφάσεις τῆς βουλῆς τοῦ Θεοῦ. Ὁπωσδήποτε, ἡ παρουσίαση τῆς ἀποκαλύψεως στὴν γλῶσσα τοῦ ἱστορικοῦ ἑλληνισμοῦ μὲ κανένα τρόπο δὲν περιορίζει τὴν ἀποκάλυψη. Ἀποδεικνύει μᾶλλον τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο — ὅτι αὐτὴ ἡ γλῶσσα κατεῖχε ὁρισμένες δυνάμεις καὶ ὁρισμένα μέσα ποὺ βοήθησαν στὴν διερεύνηση καὶ διατύπωση τῆς ἀλήθειας τῆς ἀποκαλύψεως”.[1]

 

Τὴν συνείδηση δὲν μεταστρέφουν συμπτώσεις, οὔτε κἂν θεῖες ἀποφάσεις: κρίσιμη ἀλλαγὴ στὴν ταυτότητα ἀτόμων ἢ λαῶν, ἂν συμβεῖ, διαρκεῖ μόνο ἔχοντας ἐσωτερικὴ τὴν ἀρχὴ καὶ ἰσχύ της. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία γιὰ τὸν ἀρχαῖο ἑλληνισμὸ ἐπίσης, ὅτι ἐσωτερικοὶ λόγοι θεμελίωσαν τὴν μεταστροφή του, ἀνεξάρτητοι ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Παύλου καὶ ἀπὸ ὁτιδήποτε συνέβη στὸ Ἰσραήλ.

Παρακολουθῶντας πῶς γεννήθηκε ὁ ἑλληνικὸς κόσμος, ποιὰ ἡ φύση καὶ οὐσία του, ἴσως γίνει ἀντιληπτὸ γιατί οἱ Ἕλληνες προσκύνησαν τὸν Θεὸ ποὺ περιφρόνησαν οἱ Ἑβραῖοι, μέσα ἀπὸ σκληρὰ μαρτύρια κρατῶντας καὶ μεταδίδοντας τὴν πίστη αὐτὴ μέχρι σήμερα. Ἂν κάθε λαὸς προσδιορίζεται ἀπὸ τὴν συνολικὴ πολιτισμική του παράδοση καὶ βούληση, περισσότερο καὶ ἀπὸ τὴν γλῶσσα του εἰδικῶς, ἐνδιαφέρει νὰ σκεφτεῖ κανείς, πῶς ὁ ἀρχαῖος ἑλληνισμὸς ἄλλαξε ἕναν ἑαυτὸ κάθε ἄλλο ἀπὸ ἀσήμαντο.

 

Η ΑΡΧΑΙΑ ἑλληνικὴ πνευματικότητα ἀποδεικνύεται ἑνωμένη μὲ τὴν χριστιανικὴ στὴν οὐσιωδέστερη δυνατὴ διάσταση, ὅπως θὰ δοῦμε, ἀλλὰ καὶ στὰ ἴδια τὰ κείμενα τῆς νέας θρησκείας. Ἤδη τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης βιβλία ἔχουν συντεθεῖ στὸ ἑλληνιστικὸ κλῖμα μαρτυρῶντας ἐπιδράσεις τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἐνῷ μερικὰ ἔχουν γραφεῖ πρωτοτύπως στὰ ἑλληνικά. Ἑλληνικὲς ἐπιδράσεις ἔχουν δεχθεῖ ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στὴν μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα, τὴν ὁποία χρησιμοποιοῦσαν οἱ Ἀπόστολοι καὶ ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία, οἱ ἑλληνόφωνες Ἐκκλησίες σὲ ὅλη τὴν διάρκεια τοῦ Βυζαντίου μέχρι σήμερα, καὶ οἱ μή–ἑλληνόφωνες Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες ἀπὸ τὴν μετάφραση αὐτὴ συνήθως ἔφεραν τὴν Παλαιὰ Διαθήκη στὴν γλῶσσα τους καὶ οὕτως ἢ ἄλλως τὴν συνεκτιμοῦσαν. Ἂς ἀναλογισθοῦμε χαρακτηριστικὰ ὅτι “φράσεις ὅπως ‘Θεὸς Ὕψιστος’ ἢ ‘Ἐγώ εἰμι ὁ ὢν’ εἶναι τεκμήρια πλατωνικῶν ἐπιδράσεων. Ὁ ‘Κύριος τῶν δυνάμεων’ ἢ ὁ ‘Παντοκράτωρ’ ἦταν προσωνυμίες τοῦ Ἑρμοῦ”…[2]

 

Η ΑΦΟΣΙΩΣΗ τοῦ ἑλληνισμοῦ στὸ Εὐαγγέλιο ἐπὶ δύο χιλιετίες, ὁπωσδήποτε ἂν ἐξηγηθεῖ καὶ ἀξιολογηθεῖ, σημαίνει τοὐλάχιστον ὅτι ὅσο περισσότερο πιστεύει κανεὶς στὸν Χριστό, τόσο μεγαλώνουν οἱ δυνατότητές του πραγματικῆς κατανοήσεως τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας. Οὔτε τὰ χριστιανικὰ γράμματα εἶναι δυνατὸ νὰ κατανοηθοῦν καὶ ἐκτιμηθοῦν σωστὰ χωρὶς τὰ ἑλληνικά, οὔτε τὰ ἑλληνικὰ χωρὶς τὰ χριστιανικά, σύμφωνα μὲ τὸν Βιλαμόβιτς,[3] ὅμως γιὰ νὰ συμβεῖ ἡ ἐκτίμηση αὐτὴ καὶ νὰ ἔχει ἀντίκρυσμα ζωῆς, δὲν ἀρκεῖ μελέτη γραμμάτων.

Ὑπάρχουν ἱστορίες τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας γενικὲς καὶ εἰδικές, καλύτερες ἢ χειρότερες, ὅλες ὅσες γνωρίζω, στὸ κρίσιμο τελείως ἄχρηστες: κρίσιμος εἶναι ὁ Λόγος τῆς ἔρευνας, ἑπομένως σὲ ὅποιο βαθμὸ μπορεῖ νὰ συμβεῖ ἐπαφὴ μὲ τὸν Λόγο μέσα ἀπὸ κείμενο, χρειάζεται ἡ ἀνάγνωση ὅσο τὸ κείμενο νὰ ἔχουν πηγάσει ἀπὸ τὸν Ἴδιο — πολύ πέρα ἀπὸ τὶς ἀνάγκες τῶν ἐπιχειρημάτων: στὸν Θωμᾶ ἀνακοινώνεται ὅτι κινδυνεύει νὰ διαλέγει μιὰ κατώτερη ζωή, ὅτι μακαριότητα βιώνουν μόνο οἱ μή ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες,[4] καὶ ὁ Ἡράκλειτος εἰδοποιεῖ πὼς ἡ πολυμάθεια δὲν σοῦ μαθαίνει νὰ ἔχεις νοῦ.[5] Ἔστω μία μόνο λέξη περιττεύει, ὅσο δὲν ζῶ στὸ νόημά της, ἢ ἂν τὸ νόημά της δὲν εἶναι ζωή: “πίστη εἶναι αὐτὸ ποὺ οἱ Ἕλληνες ὀνομάζανε θεία μανία”, ἐξηγεῖ ὁ Κίρκεγκωρ, “δὲν εἶναι ἁπλῶς μιὰ πνευματώδης παρατήρηση, ἀλλὰ κάτι ποὺ γίνεται κατευθείαν νὰ ἐκτελεστεῖ”.[6]

Αρχική σελίδα


Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή)