Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ὅταν ἡ οἰκειοποίηση ξένων ἀγαθῶν συμβαίνει περίπου ὡς κλοπή, ἡ ἄγνοια εἴτε ὁ φθόνος γιὰ τὸν πολιτισμὸ μέσα στὸν ὁποῖο τὰ ἀγαθὰ αὐτὰ προέκυψαν, ὑπονομεύει καὶ ἴσως ματαιώνει τελείως τὴν χρήση τους. Τὸ ἴδιο στὸ πιὸ οἰκεῖο παρόν, γιὰ παράδειγμα λέγοντας πὼς ἡ Ὀρθοδοξία — ἡ ‘θεωρία’ της — εἶναι κάτι καλό, ἀλλὰ τὸ ‘παπαδαριό’ της διεφθαρμένο καὶ ὁ λαός της ἄχρηστος, ὥστε ἀπορεῖ κανείς, ἂν οἱ διδαχὲς φυτρώνουν σὲ χωράφια καὶ δὲν εἶναι βίωμα ἀνθρώπων. Πόσο σοβαρὸ ὄφελος θὰ μποροῦσε νὰ προέλθει ἀπὸ τέτοια ἀναπηρία;

Φθόνος ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ ἴδια τὰ κορυφαῖα μεγέθη ἐνδέχεται νὰ δημιουργεῖται στὸν βαθμὸ ποὺ βλέπω ἄλλους ἀντὶ ἀνώτερου ἑαυτοῦ, ὁπότε ἐμποδίζομαι ἀκόμη περισσότερο νὰ καταλάβω ὅτι ὑπερέχουν ἀκριβῶς στὸν βαθμὸ ποὺ ἔχουν τὸ ἐνδιαφέρον τους καθαρὰ στὴν ἀλήθεια. Τὸ ἐνδιαφέρον αὐτὸ εἶναι ὁ ἑλληνισμός — ἔρωτας γιὰ ὁτιδήποτε ἀληθινό, ἀβίαστα μετρημένος καὶ ἱεραρχημένος ἀπὸ τὴν ἄμετρη προσκόλληση στὸ ἀπολύτως ἀληθινό. “Ἔχουμε τὴν ἀξίωση νὰ παίρνουμε”, λέει ὁ Γαζῆς, “ἂν κάποιοι ἀνακάλυψαν κάτι χρήσιμο γιὰ τὸν βίο μας, Λατῖνοι εἴτε βάρβαροι, καὶ νὰ τοὺς θεωροῦμε ὅλους οἰκείους, γιατὶ εἶναι ὅλοι ἄνθρωποι κι ἔχουν λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἴδια φύση μ’ ἐμᾶς. Ὄχι μόνο νὰ μὴν ἔχουμε φθόνο καὶ νὰ μὴ τοὺς ἐχθρευόμαστε, ἀλλὰ καὶ νὰ ὁμολογοῦμε χάρη σὲ ὅποιους τὸ ἀνακάλυψαν”.[57] Κι ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ἐντάσσει τὶς ἀνακαλύψεις στὸ Μέτρο τους, προσθέτοντας γιὰ τὴν λεγόμενη ‘ἐπιστημονικὴ’ γνώση, γιὰ ὅσους “μοχθοῦν σὲ ὅλη τὴν ζωή τους νὰ μάθουν τί ὑπάρχει στὸν ἥλιο ἢ στὴν σελήνη ἢ σὲ κάποιο ἄλλο ἄστρο” κτὅ., ὅτι “κανένα ὄφελος ἀπὸ αὐτὸ γιὰ τὴν ψυχή…

“Ἂν ὅμως φροντίσουμε νὰ γνωρίσουμε τί ὑπάρχει στὴν ἀνθρώπινη καρδιά, τότε θὰ δοῦμε: στὴν ψυχὴ τοῦ ἁγίου τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, στὴν ψυχὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ τὸ σκοτάδι καὶ τὴν κόλαση. Καὶ εἶναι ὠφέλιμο νὰ τὸ γνωρίζουμε αὐτό, γιατὶ [κι ἐμεῖς] θὰ βρεθοῦμε αἰώνια, εἴτε στὴν Βασιλεία εἴτε στὴν κόλαση”.[58]

Σημειώσεις

50 Χριστόδουλος Ἀθηνῶν, Ἑλληνισμὸς προσήλυτος, Ἀθήνα 2004, σ. 23, διευκρινίζοντας ὅτι, ἂν καὶ “διέκριναν τοὺς ἑαυτούς των ἀπὸ τοὺς ἄλλους λαούς, τοὺς ὁποίους ἀποκαλοῦσαν βαρβάρους, οἱ Ἕλληνες εἶχαν τὴν ἔφεση νὰ παίρνουν στοιχεῖα ἀπὸ ἄλλους πολιτισμοὺς καὶ νὰ τὰ ἐγκολπώνονται, μετατρέποντάς τα, βεβαίως, καὶ δίνοντάς τους ὅλως ἄλλες διαστάσεις. Στὸ φαινόμενο αὐτὸ ἀναφέρθηκαν τόσον ὁ Ἡρόδοτος (1.60) ὅσο καὶ ὁ Πλάτων (Ἐπινομὶς 987d). Ὁ μηχανισμὸς αὐτός, ἡ γνωστὴ interpretatio Graeca, λειτουργοῦσε ὡς δύναμη ἔμπνευσης τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος, ὅσο ὑπῆρχε τὸ σταθερὸ θεμέλιο, ἡ στενὰ δεμένη κοινότητα, καὶ στὴ συνέχεια ἡ πόλις. Ὅταν ὅμως ἡ πόλις ἔχασε τὸν πυρηνικό της χαρακτῆρα, τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα ἔχασε μὲ τὴ σειρά του τὴν ἱκανότητα νὰ ἐγκολπώνεται ἀναδημιουργῶντας, καὶ βυθίστηκε γρήγορα στὰ τενάγη τοῦ συγκρητισμοῦ” (ὅ.π.)