Ἀπό: Γ. Βαλσάμης, Οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες, Ἀθήνα 2014 (2η ἔκδοση).

ΑΓΑΠΩΝΤΑΣ τὴν σοφία πλησιάζει κανεὶς τὸν ἑλληνισμὸ στὴν πραγματική του ταυτότητα, ποὺ δὲν εἶναι φυλετική. Γι’ αὐτὸ ἡ ἀρχαία Ἀθήνα μποροῦσε νὰ λογίζεται Ἑλλὰς Ἑλλάδος, καὶ ἀκόμα βάρβαροι νὰ γίνονται δεκτοὶ στὰ Ἐλευσίνια μυστήρια. Ὄχι ἁπλῶς “ἕνα [μεταξὺ πολλῶν, ἀλλὰ τὸ πιὸ] καθοριστικὸ στοιχεῖο τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος εἶναι ἡ ἀπουσία ὑπεροψίας ἔναντι τῶν ἄλλων λαῶν”.[50] Ἔχουν τὸ ἴδιο αἷμα ὅσοι ἀπολαμβάνουν ὁμογνίων Θεῶν κοινωνίαν,[51] ἐξηγεῖ ὁ Πλάτων. Τὸ γένος ὁρίζει ἡ ψυχὴ μεγαλώνοντας στὴν ἀγαθὴ ἀκεραιότητα τῆς ὑψηλότερης δυνατῆς νόησης καὶ ὁμόνοιας, ὅταν “ἀρχὴ ὅλων τῶν ἀγαθῶν γιὰ Θεοὺς καὶ ἀνθρώπους εἶναι ἡ ἀλήθεια”.[52]

Τὴν ταυτότητά του ὁ ἑλληνισμὸς ἀποκτᾶ στὴν ἔξοδο ἀπὸ ἕναν ἑαυτὸ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ μόνο δικός του, στὴν ὁρμή του νὰ μαθαίνει ἀπὸ παντοῦ, μυούμενος σὲ Μορφὴ ἀπρόσιτη γιὰ ἐφευρέτες.[53] Ἀπὸ τὴν πλευρὰ αὐτὴ δὲν ὑπάρχει τίποτα πιὸ θλιβερὸ γιὰ τοὺς Ἕλληνες ἀπὸ τὴν πλάνη τῆς δυτικῆς χριστιανοσύνης στὸν ὑπο–λογισμό, καὶ τίποτα πιὸ χαρμόσυνο ἀπὸ τὸν ζωντανὸ δυναμισμὸ τῆς μοντέρνας σλαβικῆς θεολογίας καὶ ἰδίως τῆς ρωσικῆς.[54]

Ἔτσι γίνεται ἀμέσως ἀντιληπτὸ πὼς δὲν μποροῦσε νὰ δημιουργεῖ πρόβλημα στοὺς ἀρχαίους τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ νέα πίστη συνδεόταν μὲ τὸν ἑβραϊσμὸ ἢ ὅποια ἄλλη παράδοση. Ἂν σήμερα νοιώθουν μερικοὶ ‘ἄβολα’, ὥστε νὰ ζητοῦν ἀκόμη καὶ ἐγκατάλειψη τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ‘μειωμένοι’ ποὺ ὁ Χριστὸς γεννήθηκε Ἑβραῖος, αὐτὸ ἀποδεικνύει πὼς δὲν εἶναι περισσότερο ἀλλὰ λιγώτερο Ἕλληνες. Οἱ συνομιλητὲς τοῦ Παύλου δὲν ἐνοχλήθηκαν ἀπὸ τέτοια, ἀντιθέτως: Ἀθηναῖοι πάντες καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες ξένοι εἰς οὐδὲν ἕτερον ηὐκαίρουν ἢ λέγειν τι ἢ ἀκούειν τι καινότερον.[55] Ὅπως μαρτυροῦν οἱ ἱστορικὲς πηγές, κίνδυνος ἐγωλογισμοῦ πάντα ὑπῆρχε, καὶ πάντα ὅποιος ἤθελε νὰ τὸν ἀποφύγει, χρειαζόταν νὰ θυμᾶται ὅτι πρόκειται γιὰ κίνδυνο.

“Οἱ ἄνθρωποι τότε δὲν ἦταν σοφοὶ ὅπως ἐσεῖς οἱ νέοι, ἀλλὰ εἶχαν ἀνοιχτὸ μυαλὸ καὶ τοὺς ἔφτανε νὰ ἀκοῦν ἀκόμα καὶ τὴν δρῦ ἢ τὸν βράχο, ἀρκεῖ νὰ τοὺς ἔλεγαν τὴν ἀλήθεια. Ὅμως ἐσένα μπορεῖ νὰ σὲ ἐνδιαφέρει ποιὸς μιλάει καὶ ἀπὸ ποῦ εἶναι, ἐπειδὴ δὲν σκέφτεσαι μόνο αὐτό: ἂν ὅσα λέει εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθινά”.[56]

Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ὅταν ἡ οἰκειοποίηση ξένων ἀγαθῶν συμβαίνει περίπου ὡς κλοπή, ἡ ἄγνοια εἴτε ὁ φθόνος γιὰ τὸν πολιτισμὸ μέσα στὸν ὁποῖο τὰ ἀγαθὰ αὐτὰ προέκυψαν, ὑπονομεύει καὶ ἴσως ματαιώνει τελείως τὴν χρήση τους. Τὸ ἴδιο στὸ πιὸ οἰκεῖο παρόν, γιὰ παράδειγμα λέγοντας πὼς ἡ Ὀρθοδοξία — ἡ ‘θεωρία’ της — εἶναι κάτι καλό, ἀλλὰ τὸ ‘παπαδαριό’ της διεφθαρμένο καὶ ὁ λαός της ἄχρηστος, ὥστε ἀπορεῖ κανείς, ἂν οἱ διδαχὲς φυτρώνουν σὲ χωράφια καὶ δὲν εἶναι βίωμα ἀνθρώπων. Πόσο σοβαρὸ ὄφελος θὰ μποροῦσε νὰ προέλθει ἀπὸ τέτοια ἀναπηρία;

Φθόνος ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ ἴδια τὰ κορυφαῖα μεγέθη ἐνδέχεται νὰ δημιουργεῖται στὸν βαθμὸ ποὺ βλέπω ἄλλους ἀντὶ ἀνώτερου ἑαυτοῦ, ὁπότε ἐμποδίζομαι ἀκόμη περισσότερο νὰ καταλάβω ὅτι ὑπερέχουν ἀκριβῶς στὸν βαθμὸ ποὺ ἔχουν τὸ ἐνδιαφέρον τους καθαρὰ στὴν ἀλήθεια. Τὸ ἐνδιαφέρον αὐτὸ εἶναι ὁ ἑλληνισμός — ἔρωτας γιὰ ὁτιδήποτε ἀληθινό, ἀβίαστα μετρημένος καὶ ἱεραρχημένος ἀπὸ τὴν ἄμετρη προσκόλληση στὸ ἀπολύτως ἀληθινό. “Ἔχουμε τὴν ἀξίωση νὰ παίρνουμε”, λέει ὁ Γαζῆς, “ἂν κάποιοι ἀνακάλυψαν κάτι χρήσιμο γιὰ τὸν βίο μας, Λατῖνοι εἴτε βάρβαροι, καὶ νὰ τοὺς θεωροῦμε ὅλους οἰκείους, γιατὶ εἶναι ὅλοι ἄνθρωποι κι ἔχουν λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἴδια φύση μ’ ἐμᾶς. Ὄχι μόνο νὰ μὴν ἔχουμε φθόνο καὶ νὰ μὴ τοὺς ἐχθρευόμαστε, ἀλλὰ καὶ νὰ ὁμολογοῦμε χάρη σὲ ὅποιους τὸ ἀνακάλυψαν”.[57] Κι ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ἐντάσσει τὶς ἀνακαλύψεις στὸ Μέτρο τους, προσθέτοντας γιὰ τὴν λεγόμενη ‘ἐπιστημονικὴ’ γνώση, γιὰ ὅσους “μοχθοῦν σὲ ὅλη τὴν ζωή τους νὰ μάθουν τί ὑπάρχει στὸν ἥλιο ἢ στὴν σελήνη ἢ σὲ κάποιο ἄλλο ἄστρο” κτὅ., ὅτι “κανένα ὄφελος ἀπὸ αὐτὸ γιὰ τὴν ψυχή…