“Οἱ ἄνθρωποι τότε δὲν ἦταν σοφοὶ ὅπως ἐσεῖς οἱ νέοι, ἀλλὰ εἶχαν ἀνοιχτὸ μυαλὸ καὶ τοὺς ἔφτανε νὰ ἀκοῦν ἀκόμα καὶ τὴν δρῦ ἢ τὸν βράχο, ἀρκεῖ νὰ τοὺς ἔλεγαν τὴν ἀλήθεια. Ὅμως ἐσένα μπορεῖ νὰ σὲ ἐνδιαφέρει ποιὸς μιλάει καὶ ἀπὸ ποῦ εἶναι, ἐπειδὴ δὲν σκέφτεσαι μόνο αὐτό: ἂν ὅσα λέει εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθινά”.[56]

Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ὅταν ἡ οἰκειοποίηση ξένων ἀγαθῶν συμβαίνει περίπου ὡς κλοπή, ἡ ἄγνοια εἴτε ὁ φθόνος γιὰ τὸν πολιτισμὸ μέσα στὸν ὁποῖο τὰ ἀγαθὰ αὐτὰ προέκυψαν, ὑπονομεύει καὶ ἴσως ματαιώνει τελείως τὴν χρήση τους. Τὸ ἴδιο στὸ πιὸ οἰκεῖο παρόν, γιὰ παράδειγμα λέγοντας πὼς ἡ Ὀρθοδοξία — ἡ ‘θεωρία’ της — εἶναι κάτι καλό, ἀλλὰ τὸ ‘παπαδαριό’ της διεφθαρμένο καὶ ὁ λαός της ἄχρηστος, ὥστε ἀπορεῖ κανείς, ἂν οἱ διδαχὲς φυτρώνουν σὲ χωράφια καὶ δὲν εἶναι βίωμα ἀνθρώπων. Πόσο σοβαρὸ ὄφελος θὰ μποροῦσε νὰ προέλθει ἀπὸ τέτοια ἀναπηρία;