Τὴν ταυτότητά του ὁ ἑλληνισμὸς ἀποκτᾶ στὴν ἔξοδο ἀπὸ ἕναν ἑαυτὸ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ μόνο δικός του, στὴν ὁρμή του νὰ μαθαίνει ἀπὸ παντοῦ, μυούμενος σὲ Μορφὴ ἀπρόσιτη γιὰ ἐφευρέτες.[53] Ἀπὸ τὴν πλευρὰ αὐτὴ δὲν ὑπάρχει τίποτα πιὸ θλιβερὸ γιὰ τοὺς Ἕλληνες ἀπὸ τὴν πλάνη τῆς δυτικῆς χριστιανοσύνης στὸν ὑπο–λογισμό, καὶ τίποτα πιὸ χαρμόσυνο ἀπὸ τὸν ζωντανὸ δυναμισμὸ τῆς μοντέρνας σλαβικῆς θεολογίας καὶ ἰδίως τῆς ρωσικῆς.[54]

Ἔτσι γίνεται ἀμέσως ἀντιληπτὸ πὼς δὲν μποροῦσε νὰ δημιουργεῖ πρόβλημα στοὺς ἀρχαίους τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ νέα πίστη συνδεόταν μὲ τὸν ἑβραϊσμὸ ἢ ὅποια ἄλλη παράδοση. Ἂν σήμερα νοιώθουν μερικοὶ ‘ἄβολα’, ὥστε νὰ ζητοῦν ἀκόμη καὶ ἐγκατάλειψη τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ‘μειωμένοι’ ποὺ ὁ Χριστὸς γεννήθηκε Ἑβραῖος, αὐτὸ ἀποδεικνύει πὼς δὲν εἶναι περισσότερο ἀλλὰ λιγώτερο Ἕλληνες. Οἱ συνομιλητὲς τοῦ Παύλου δὲν ἐνοχλήθηκαν ἀπὸ τέτοια, ἀντιθέτως: Ἀθηναῖοι πάντες καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες ξένοι εἰς οὐδὲν ἕτερον ηὐκαίρουν ἢ λέγειν τι ἢ ἀκούειν τι καινότερον.[55] Ὅπως μαρτυροῦν οἱ ἱστορικὲς πηγές, κίνδυνος ἐγωλογισμοῦ πάντα ὑπῆρχε, καὶ πάντα ὅποιος ἤθελε νὰ τὸν ἀποφύγει, χρειαζόταν νὰ θυμᾶται ὅτι πρόκειται γιὰ κίνδυνο.