Πιὸ πρὶν ἀπὸ τὸν Δία, τὸν Κρόνο ἢ τὸν Ποσειδῶνα, διακήρυττε ὁ Ἐμπεδοκλῆς, βασίλευε ἡ Ἀφροδίτη.[433] “Τὴν Ἀνάγκη δὲν τὴν πολεμοῦν οὔτε οἱ Θεοί”,[434] ὅμως ἡ Ἀνάγκη, ἀντιλέγει ὁ Πλάτων, καθόριζε τὴν παλαιὰ ἐποχή, τοῦ Κρόνου καὶ τοῦ Ἰαπετοῦ, τὴν ὁποία κατήργησε ὁ Ἔρωτας, καὶ τώρα ὁ ἴδιος βασιλεύει στοὺς Θεούς.[435] Ὁ Αἰσχύλος προφητεύει σύντομη τὴν ἐξουσία τοῦ Δία, ἐρχομὸ νέου Θεοῦ, μὲ ἰσχὺ ἀνυπέρβλητη στὴν ἀγαθότητα τῆς ἐλευθερίας του. Τὸ ποίημα τοῦ Παρμενίδη καὶ μάλιστα ὁ πλατωνικὸς Τίμαιος δημιουργοῦν φιλοσοφικώτερη θεολογία, ἐνταγμένη στὸν ὁρίζοντα τοῦ πέρα ἀπὸ κάθε ἀνάγκη, “πέρα ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν οὐσία, ὑπερέχοντος σὲ παλαιότητα καὶ δύναμη ἀγαθοῦ Θεοῦ”.[436] Ὁ Οἰδίπους τοῦ Σοφοκλῆ ἁρπάζεται ἀπὸ τὸν κόσμο χωρὶς νὰ ἔχει συμβεῖ ἄλλος θάνατος, πέρα ἀπὸ τὸ μαρτύριο ποὺ ὑπῆρξε ἡ ζωή του,[437] ὁπότε ὁ ἴδιος ὁ τωρινὸς βίος ἀναγνωρίζεται ἅδης, ὅπως τὸ καταλάβαινε ἤδη ὁ Ἡράκλειτος, ὥσπου ἔγινε κοινὸς τόπος τῶν φρονίμων.[438]

Τὴν ἀλήθεια δὲν μαθαίνει θνητὸς καὶ ἀπελπισμένος ἀπὸ τὴν θνητότητα, ἀλλὰ δισθανής.[439] Ἂν πεθάνεις πρὶν πεθάνεις, δὲν θὰ πεθάνεις ὅταν πεθάνεις, ἐπιγράφει στὴν εἴσοδό του μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ὄρους.[440] Ἀγαπῶντας τὸν Λόγο κατεβαίνω μαζί Του στὸν ἅδη καὶ ρωτάω γιὰ τὸ πρόβλημα ποὺ μὲ βασανίζει, δίνοντας αἷμα στοὺς νεκρούς, ἕως ὅτου φθάσω στὸν ἴδιο τὸν Λόγο. Ἡ ὁμίχλη τῶν παθημάτων διαλύεται καὶ ὁ θάνατος παύει νὰ μοιάζει καταδίκη. Ὅπως εἰδοποιεῖ ὁ Ἐμπεδοκλῆς, θὰ φέρεις ἀπὸ τὸν ἅδη τὴν δύναμη ἀνθρώπου ποὺ ἔχει πεθάνει.[441]

 

Ο ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ προσπαθεῖ νὰ κάνει τὸ καλὸ καὶ σωστό, δουλωμένος στὸν κόσμο καὶ ὅποιες ἀντιλήψεις, ὅπως φανερώνει ἡ ἴδια ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα τῆς Σφίγγας: δὲν ἔλυσε πραγματικὰ ἀλλὰ σκότωσε τὸ αἴνιγμα, γιατὶ καὶ ὁ ἴδιος κατὰ κύριο λόγο δὲν εἶχε δύο, τρία ἢ τέσσερα ἀλλὰ πληγωμένο πόδι. Δὲν “γίνεται τὸ πιόνι μιᾶς μοίρας ποὺ τοῦ ἔχουν ἐπιβάλει οἱ θεοὶ πρὶν ἀκόμη γεννηθεῖ”,[442] γιατὶ ὁ χρησμὸς ποὺ δόθηκε στὸν Λάιο, ἔβλεπε στὸν Οἰδίποδα μίασμα ποὺ δὲν ἔπρεπε κἂν νὰ γεννηθεῖ, καὶ ὅμως διασώζεται ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς Θεούς, ὁδηγούμενος μέσα ἀπὸ ὅλο τὸν βίο του σὲ Ἄγνωστη Γῆ (γᾶς ἐπὶ ξένας[443]), στὴν ματαίωση τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ του: “πιστεύοντας πὼς εἶναι ἰσόθεος, καταλήγει τελικὰ ἴσος μὲ τὸ τίποτα”,[444] καὶ ὡς ἴσος μὲ τὸ τίποτα γίνεται πράγματι καὶ θαυμαστὰ ἰσόθεος,[445] δηλαδὴ σώζεται: τυφλὸς στὸ ἔξω βλέπει τὴν Δύναμη ποὺ τοῦ χαρίζεται, μυεῖται στὴν θεία στοργὴ καὶ κλείνει ἡ πληγή του.