Πολλοὶ βράχοι ἵσταντο ὑπερήφανοι, ὑψηλοί, ὅπου «οὐκ ἀμβαίῃ βροτὸς ἀνὴρ οὐ καταβαίῃ». Εἷς τούτων ἦτο ὀλίγον χαμηλότερος τῶν ἄλλων, καὶ εἶχεν ὡς παραφυάδα εἰς τὴν πλευρὰν τοῦ ἄλλον βράχον κυρτόν, καλυπτόμενον ἀπὸ ἔρποντας θάμνους. Δὲν ἠξεύρω πῶς, τῇ βοηθείᾳ τῶν χονδρῶν κλάδων τῶν θάμνων τούτων ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐκρατούμην, κατώρθωσα ν᾿ ἀναρριχηθῶ εἰς τὸν δεύτερον, καὶ παραδόξως εἰς τὴν κορυφὴν τούτου ηὗρα πατήματα τινα, διὰ νὰ φθάσω εἰς τὸν βράχον τὸν ὑψηλότερον. Ἐκεῖ ἐστάθην κι ἀγνάντεψα. Ὑπῆρχε τέλος θέα.

Πρὸς βορρᾶν ἔβλεπα τὴν θάλασσαν, μακρὰν ἠπλωμένην, ἀπρόσιτον, ἄσχετον, χωρὶς αἰγιαλὸν ἢ ἀκτήν, χωρὶς ὄχθην. Ὁ ἥλιος ἔλαμπε πολὺ ἐκεῖ κάτω, κ᾿ ἐγυάλιζεν, ἐγυάλιζεν ὁ καταγάλανος πόντος. Ρεύματα ἔσχιζον δαιδαλοειδῶς τὴν ἐπιφάνειαν. Αἱ ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου ἔπαιζαν, ἐβουτοῦσαν, ἐχόρευαν εἰς τὸν ἀφρὸν τοῦ κύματος.

Πρὸς τὰ βορειοδυτικὰ εἶδα τὸν λόφον ἀντικρύ. Ἦτο ἐκεῖ τὸ ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου. Ἀλλὰ πόσον μακράν, πόσον μακρὰν ἐφαίνετο! Εἶδα ἐπάνω εἰς τὴν στέγην τοῦ ναοῦ ἕνα ἀνθρωπίσκον, ὡς ψύλλον, κολλημένον εἰς τὰ φαιὰς πλάκας τῆς στέγης. Ἐγίνετο, κατ᾿ αὐτὴν τὴν παραμονήν, ἐπισκευὴ τῆς ὀροφῆς τοῦ ναΐσκου. Ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον διέκρινα ἦτο χειρώναξ, κτίστης ἢ τέκτων.

Ἔβαλα μίαν φωνήν.

– Ἔ ἔ ἔ! ῾δῶ εἶμαι· ἐλᾶτε!

Ἀλλὰ ποὺ ν᾿ ἀκουσθῇ! Ἔπρεπεν ὄρνεόν τι ἢ πελεκᾶν τῆς ἐρήμου νὰ εὑρεθῇ πρόθυμον νὰ παραλάβῃ ἐπὶ πτερύγων τὴν φωνήν μου, διὰ νὰ τὴν μεταφέρῃ ἐκεῖ κάτω ὡς κωδωνίζουσαν κλαγγήν.

Παραδόξως καὶ ἀπροσδοκήτως ἤκουσα ὡς ἠχώ τινα εἰς τὴν φωνήν μου:

– Ἀλέκο! ποῦ εἶσαι;

Ἐγνώρισα ἀμέσως τὰς φωνάς. Ἤσαν δυὸ γυναῖκες ἐκ τῆς πρωινῆς συνοδίας μας, καὶ προφανῶς ἤρχοντο πρὸς ἀναζήτησίν μου.

Δὲν ἐφαίνοντο ν᾿ ἀπέχουν πολὺ αἱ φωναί. Ἀλλὰ ψυχὴν δὲν ἔβλεπα. Εὐρίσκοντο κάτω, εἰς τὴν βρύσιν τοῦ Χαιρημονᾶ. K᾿ ἐγὼ ἤμην ἐπάνω ψηλά, πρὸς τὴν κορυφὴν τοῦ ἄλλου ρεύματος, κατὰ τὸν Μύλον τῆς Καμινίτσας, ὀνομασίαν τὴν ὁποίαν δὲν ἤξευρα τότε. Ἀδύνατον ἦτο νὰ μὲ ἴδωσιν ἐκεῖθεν ὅπου εὐρίσκοντο. Οὔτε ἤξευρα πῶς νὰ περιγράψω διὰ φωνῶν ποὺ ἤμην.

Ἐφώναξα ὅσον ἠδυνάμην.

– Ἐδῶ εἶμαι, ψηλὰ στὸ βράχο! Δὲν ξέρω ἀπὸ ποὺ νὰ κάμω… Ποῦ εἶσθε; Δὲν σᾶς βλέπω… Ἐλᾶτ᾿ ἐδῶ!

Ἤκουσα καὶ πάλιν ἀπάντησιν, ἀλλ᾿ αἱ φωναὶ ἀπεμακρύνοντο, ἀντὶ νὰ προσεγγίσουν. Αἱ γυναῖκες δὲν θὰ ἤξευραν πρὸς ποῦ νὰ μὲ ζητήσουν.