Ὄπισθέν μας ἤρχοντο πεζοὶ ὁ πατήρ μου καὶ τρεῖς ἢ τέσσαρες γυναῖκες, κρατοῦσαι τὰ καλαθάκια των. Ἐπρόκειτο νὰ λειτουργήσωμεν ἰδιαιτέρως τὴν ἡμέραν ἐκείνην, παραμονὴν τῆς ἑορτῆς, εἶτα δὲ θὰ ἐμένομεν εἰς τὴν πανήγυριν.
Ἐπάνω εἰς τὴν ράχιν τοῦ βουνοῦ, καθὼς ἐμέλλομεν νὰ κατηφορίσωμεν πρὸς τὴν βορειοδυτικὴν κλιτύν, ἀνάμεσα εἰς πυκνοὺς φράκτας καὶ εὐώδεις λόχμας, ὅπου ὁ δρόμος γίνεται οἰονεὶ σκιᾶς τὶς δροσοστάλακτος καὶ ἀδιαπέραστος εἰς τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου, ὁ Μῆτρος ὁ Πρανᾶς ἤθελε ν᾿ ἀφήσῃ εἰς βάρος μας τὴν φοράδα του, καὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς ἕνα ἀγρὸν ὑψηλότερα, εἰς τὴν κορυφήν, πρὸς τὸν Ἅι-Θανάση. Ἐκεῖ, καθὼς μᾶς ἀπεχαιρέτισε κ᾿ ἔφυγε, δὲν ἐφρόντισε νὰ παραδώσῃ τὸν χαλινὸν τοῦ ζῴου εἰς χεῖρας τοῦ πατρός μου, ἀλλ᾿ ἔρριψε τὴν ἄκρην τῆς τριχιᾶς κάτω εἰς τὸ ἔδαφος, ὅπως ἔτυχεν, ἄνοιξε τὰ πόδια του τὰ ὑποδεμένα καλὰ μὲ φασκιές, κ᾿ ἔφυγε δρομαῖος.
Ἡ φοράδα, μόλις ἠσθάνθη τὴν ἐλευθερίαν της -φαίνεται κάπου ἐγνώρισεν ὅτι πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέρος ἦσαν τὰ κατατόπια της- δὲν ἐκρατήθη, κ᾿ ἐπηλάλησεν εἰς τὰ τέσσαρα, τὸν κατήφορον· κ᾿ ἐγώ, χωρὶς νὰ ἔχω τὸν χαλινὸν εἰς τὰς ἀσθενεῖς χεῖρας μου, καβάλα στὸ σαμάρι…
Αἱ γυναῖκες ἔβαλαν τὰς φωνάς.
– Ἄχ! Παναΐα μ᾿!
– Τὸ παιδί! τὸ παιδί!
– Εἶδες, ὁ χαζός! ἄφσε κατὰ γῆς τὴν τριχιὰ κ᾿ ἔφυγε…
– Μπά! ὁ ἀθεόφοβος…
– Πώ, πώ! τὸ παιδί…
– Νά, τώρα θὰ τὸ πετάξ᾿ κάτω!
– Βαστάξ᾿, Ἀλέκο!
– Βαστάξου, παιδί μ᾿!
– Χριστέ μ᾿! Παναγία μ᾿!
Ὁ πατήρ μου, ἔξαλλος ἐκ τρόμου, ἔτρεξε τὸν κατήφορον. Ἐπῆρ᾿ ἓν μονοπάτι πλάγιον· ἔπειτα τὸ ἔχασε, κ᾿ ἔτρεχε μέσα στὰ χωράφια. Ἐπροσπάθει ἀπελπιστικῶς νὰ κόψῃ τὸν δρόμον τῆς φοράδας. Ἐπεθύμει νὰ τρέχῃ, εἰ δυνατόν, παραλλήλως. Ἔμενεν ὀπίσω, εἴκοσι βήματα κατ᾿ ἀρχάς· εἶτα ἑκατόν, εἶτα πεντακόσια βήματα. Ἔτρεχε κάθιδρος, πνευστιῶν, πότε ἐρυθρός, πότε πελιδνός, βλοσυρός, ἔκφρων.
– Βαστάξου, καλά! παιδί μ᾿, βαστάξου!
Ἐγὼ ὀρμεμφύτως ἐκρατούμην ἀπὸ τὰ δυὸ προεξέχοντα παγίδια, οἰονεῖ τὰ κέρατα, τοῦ σάγματος. Καὶ ἡ φοράδα ἔτρεχε τρελή, κ᾿ ἡ τριχιὰ ἐσύρετο κάτω, καὶ δὲν ἔτυχε νὰ πιασθῇ πουθενά, εἰς σχισμάδα ἢ χαμόκλαδον ἢ παλουκοειδὲς ξύλον. Καὶ τὶς ἠξεύρει ἂν θὰ ἦτο διὰ καλὸν ἢ διὰ κακόν, ἂν ἐπιάνετο; Ἢ τὸ σχοινίον θὰ ἐκόπτετο, μὲ τὴν ὁρμὴν τοῦ ἐξηγριωμένου ζῴου, καὶ τότε ἡ μανία του θὰ ηὔξανεν, ἢ τὸ σχοινίον θ᾿ ἀντεῖχε, καὶ τότε ἐγώ, μὲ τὰ ἄτακτα λοξὰ πηδήματα τῆς φοράδας, πιθανὸν νὰ ἐξεσφενδονιζόμην πουθενά, εἰς βράχον ἢ κρημνόν, ἢ ἀκανθώδεις θάμνους καὶ αἰχμηροὺς κορμοὺς κομμένων δένδρων.
Σελ. 12345678910