M᾿ ἐκάλεσεν ὀνομαστί, καὶ εἶπε:
– Πῶς ᾖλθες ἐδῶ, τέκνον;
– Ἔχασα τὸ δρόμο, ἀπήντησα ἐγώ.
Ὁ γέρων ἔσεισε τὴν κεφαλήν.
– Ἔτσι χάνουν τὸν δρόμον τους, εἶπεν, ὅσοι δὲν ἠξεύρουν πόθεν ἔρχονται καὶ ποῦ πηγαίνουν. Μήπως σ᾿ ἔστειλαν πουθενὰ εἰς ὑπηρεσίαν καὶ λέγεις ἔχασα τὸν δρόμον; Διατὶ δὲν ἔκαμες ὑπακοήν; Δὲν σοῦ εἶπεν ὁ πατήρ σου ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃς ἐκεῖ μέχρι τέλους τῆς λειτουργίας; Διατὶ ἔφυγες;
Δὲν ἤξευρα τί νὰ τοῦ πῶ. Δὲν μοῦ ἤρχετο μάλιστα νὰ τὸν ἐρωτήσω πῶς τὸ ἠξεύρει.
– Καὶ δὲν σοῦ ἔφθανεν ὁ κίνδυνος ποῦ ἔτρεξες νὰ σὲ σκοτώσῃ ἡ φοράδα, σήμερον τὸ πρωί; Δὲν ἔπρεπεν νὰ σωφρονισθῇς;
– A! ἤσουν ἀντίκρυ καὶ μ᾿ ἔβλεπες; εἶπα ἐγώ, μὴ γνωρίζων τί ἄλλο νὰ εἴπω.
– Ἡμεῖς τὰ βλέπομεν, εἶπε παραδόξως ἐκεῖνος. Ἐγὼ εἶμαι ὁ Χαιρήμων μοναχός, διὰ τὸν ὁποῖον σοῦ διηγεῖτο προχθὲς ὁ πατήρ σου.
Δὲν ἐσκεπτόμην τίποτε. Οὐδ᾿ ἐστοχάσθην κἂν ὅτι ἐκεῖνος ὁ Χαιρήμων μοναχός, περὶ οὗ ἔλεγεν ὁ πατήρ μου, ἦτο πρὸ χρόνων πολλῶν ἀποθαμένος.
– Ὕπαγε, εἶπε· νὰ βάλῃς μετάνοιαν εἰς τὸν πατέρα σου, καὶ νὰ τοῦ εἴπῃς ἐκ μέρους μου ὅτι ὀφείλει νὰ εἶναι αὐστηρότερος πρὸς τὴν νεότητα.
Δὲν ἐνόησα πῶς ἐξύπνησα, οὔτε ἰδέαν εἶχον ἂν εἶχ᾿ ἀποκοιμηθῆ. Εὑρέθην ἔχων ἀνοικτοὺς ὀφθαλμούς. Βαθύ, ἄρρητον ἄρωμα, ὡσὰν ἀπ᾿ ὅλα τὰ θυμάρια, τὰς μυρσίνας, καὶ τ᾿ ἄγρια ἄνθη τοῦ βουνοῦ, μαζευμένα εἰς ἕνα σωρόν, μοῦ ἤρχετο εἰς τοὺς μυκτῆρας. Πλησίον μου ἵσταντο αἱ δυὸ γυναῖκες, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ πολλοῦ μ᾿ ἐζήτουσαν. Ἦτο μεσημβρία ἤδη κ᾿ ἐγὼ ἀπὸ πέντε ὡρῶν ἔλειπα ἀπὸ τὸν περίβολον τοῦ ναΐσκου, ὅπου εὐρίσκετο ὁ πατήρ μου.
Σελ. 12345678910111213141516