“Ὅσους παπάδες γνώρισα σ’ ὅλα τὰ σχολεῖα ποὺ πήγαινα, βάζανε μιὰ φωνὴ Ὅσιου Ὀνούφριου κάθε ποὺ μᾶς κάνανε κήρυγμα. Θεούλη μου, πῶς τὸ σιχαίνομαι. Δὲ μπορῶ νὰ καταλάβω τί διάολο τοὺς πιάνει καὶ δὲ μιλᾶνε μὲ τὴν κανονική τους φωνή. Φαίνονται τόσο κάλπηδες ἅμα μιλᾶνε.”
Χρειάζεται προσοχή, μήν υἱοθετοῦνται ἄκριτα οἱ ‘κριτικὲς’ ἐκδόσεις, μὲ ἀφελῆ ἐμπιστοσύνη στὸν ἰσχυρισμὸ τῶν ἐπιμελητῶν τους, ὅτι δῆθεν παρέχουν ἀκριβέστερη ἐκδοχὴ τοῦ ἱεροῦ κειμένου — ἀκόμη κι ἂν καταλήξουν κάποτε σὲ ἕνα καὶ μόνο κείμενο. Οἱ ‘κριτικὲς’ ἐκδόσεις, ὅπως, ἐλπίζω, ἔγινε φανερό, δὲν ἔχουν κἂν προϋποθέσεις νὰ ἀποκτήσουν μεγαλύτερη αὐθεντία ἐν συγκρίσει μὲ τὸ πρωτότυπο κείμενο ποὺ διασώζουν οἱ ἑλληνόφωνες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες στὸν βίο τους καὶ ὄχι μέσα ἀπὸ εὐκαιριακὰ ἐργαστήρια. Ὅμως πέρα ἀπὸ κάθε αὐθεντία, ἂς φροντίζει κανεὶς περισσότερο γιὰ ὅ,τι λέει ὁ Παῦλος, γιὰ ὅσα ἐπιτρέπουν προσωπικὴ ἀνάκριση τῶν πραγμάτων (Α΄ Κορ. 2.15): κανενὸς κειμένου ἡ αὐθεντία δὲν συμφέρει νὰ ἀντικαθιστᾶ τὴν ζωντανὴ προσωπικὴ σκέψη.
Χωρὶς ζωντανὴ σκέψη ὅλα τὰ κείμενα γιὰ μᾶς θὰ εἶναι τὸ ἴδιο ἀνώφελα, διαφορετικὰ ἡ ἴδια ἡ σκέψη μας ἀποκαλύπτει ποῦ ὑπάρχει αὐθεντικότητα, χωρὶς ἀπαίτηση ἐξωτερικῶν ἐγγυήσεων. Καὶ πέρα ἀπὸ αὐτό, ἂς μή λησμονεῖται ὅτι σὲ ἰδανικὲς συνθῆκες ἡ Βίβλος οὔτε κἂν δὲν χρειάζεται: πῶς θὰ ὑπῆρχε χρόνος ἢ λόγος ἀνάγνωσης, ἂν κάποιος βρισκόταν πρόσωπο μὲ πρόσωπο κοντὰ στὸν Θεό; Ἀπὸ ἐδῶ συνάγεται μὲ ἀσφάλεια ἡ πιὸ θεμελιώδης προϋπόθεση τῆς σπουδῆς.
Ὅπως ὅταν ἔχει ἀναχωρήσει ἀγαπημένο πρόσωπο καὶ προσπαθοῦμε νὰ μεγαλώσουμε τὴν μνήμη, νὰ συγκρατήσουμε ὅσο γίνεται περισσότερη ἀπὸ τὴν ὕπαρξή του, ἔτσι διαμορφώθηκε ὁ Κανόνας τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὡς σῶμα κειμένων / μαρτυριῶν τῆς Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ βιώματος τῶν πρώτων Ἐκκλησιῶν. Δὲν πρόκειται γιὰ ἐξ ἀποστάσεως ἀναπαράσταση κάποιου παρελθόντος, ἀλλὰ γιὰ πλευρὰ τῆς προσπάθειας νὰ κρατηθεῖ ἐπαφὴ μὲ τὸν πιὸ οἰκεῖο χρόνο μας, τὴν προϋπόθεση τῶν πνευματικῶν μας γενεθλίων.
Σελ. 1234567