XXVI.

Μᾶς ἀρέσει ὅμως αὐτὴ ἡ ἀκαταστασία ποὺ βασιλεύει στὴν πνευματικὴ καὶ στὴν κοινωνικὴ ζωή μας γιατὶ εἶναι μιὰ κρίση τῆς ἀνάπτυξης.

XXVII.

Φαίνεται πὼς εἶναι δύσκολο γιὰ τοὺς Ἕλληνες νὰ χαροῦν τὴ ζωή τους δίχως τὶς συμβουλὲς τῶν νεκρῶν.

XXVIII.

Ἡ δημιουργία δὲ συντελεῖται στὸ περιθώριο τῆς ζωῆς. Συλλαμβάνεται μὲσ᾽ στὴν καρδιὰ τῆς ζωῆς καὶ χύνεται ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο σὰν ἕνα πλεόνασμα ζωῆς.

XXIX.

Ὁ στοχασμὸς ὁδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους στὴ συνείδηση τῆς ἀτέλειας καὶ τῆς ἀδυναμίας τοῦ πνεύματός τους καὶ στὴ διανοητικὴ μετριοφροσύνη. Ὅσο περισσότερο σκέπτεται κανείς, τόσο περισσότερο ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὶς κοσμοθεωρίες καὶ τὶς ἀπόλυτες ἀρχές. Οἱ δογματικοὶ μικραίνουν τὰ ζητήματα γιὰ νὰ τὰ χωρέσουν μέσ᾽ στὸ δόγμα.

XXX.

Θὰ ἀπαντήσουμε πὼς δόξα τῷ Θεῷ οἱ φρόνιμοι νέοι δὲ λείπουν στὴν Ἑλλάδα. Οἱ νοικοκυραῖοι τοῦ Κράτους καὶ τοῦ πνεύματος θὰ βροῦν τριγύρω τους στρατιὲς ἀπὸ καλὰ παιδιὰ τέτοια ποὺ τὰ θέλουν, καὶ δὲν ἔχουν παρὰ νὰ λάβουν τὸν κόπο νὰ διαλέξουν τοὺς πιὸ φρόνιμους ἀνάμεσα στοὺς φρόνιμους γιὰ νὰ τοὺς ἐμπιστευθοῦν τοὺς γυαλιστεροὺς τίτλους καὶ τὶς πολύτιμες θέσεις. Δὲ θὰ ἀφήσουμε ὅμως τὴ νοικοκυροσύνη νὰ καταχτήσει ὁλόκληρη τὴν ἑλληνικὴ νιότη. Ἂν οἱ ἄνθρωποι ποὺ διευθύνουν χρειάζονται πολλοὺς νοικοκυραίους ἐμεῖς χρειαζόμαστε μερικὲς ταραγμένες ψυχές. Μὰ τὴν ἀλήθεια, δὲ βλέπουμε σὲ τί θὰ χρησιμεύει αὐτὸς ὁ τόπος, ἂν πρόκειται νὰ σβήσουν ὁλότελα τὸ θεῖον πῦρ.

XXXI.

Ἡ ἔλλειψη πίστης στὴ ζωὴ χαραχτηρίζει σχεδὸν ὁλόκληρη τὴ νεανικὴ ποίηση τῶν τελευταίων εἴκοσι ἐτῶν, ἐκφρασμένη ἄλλοτε ὡς ἀπελπιστικὴ νοσταλγία, ἄλλοτε ὡς ἀπογοήτευση ἀποτυχημένων ὑπάρξεων, ἄλλοτε ὡς δειλία, ἄλλοτε ὡς ἥττα.

XXXII.

Ἡ νιότη εἶναι τὸ κυριώτερο χαρακτηριστικὸ τῆς Ἀθήνας, ἡ πρώτη ἐντύπωση ποὺ ἐπιβάλλεται στὸν ταξιδιώτη μόλις ἀντικρύσει τὴ λευκὴ πολιτεία.

XXXIII.

Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει στὸν τόπο μας μιὰ βαθιὰ καὶ ἀνεξάρτητη κριτικὴ τῶν ἰδεῶν, ἀφοῦ δὲν ἀναπνέουμε ποτὲ τὸ ζωογόνο ἀέρα τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας ποὺ λυτρώνει τοὺς ἐγκεφάλους ἀπὸ τὶς προλήψεις καὶ τὰ μίση, καὶ τοὺς δυναμώνει, οἰ φανατικοὶ τῶν ἰδεῶν, ἐθνικιστὲς καὶ μαρξιστές, καταχτοῦν πολὺ εὔκολα αὐτὰ τὰ παιδιά, μὲ μερικὲς ἁπλὲς φόρμουλες, διατυπωμένες στὴ γλώσσα τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, ποὺ ἐξηγοῦν μονομιᾶς τὸ μυστήριο τῆς ἀνθρωπότητας. Ἔτσι ἀναπτύσσεται ἡ Ἑλλάδα.