XX.
Κανεὶς δὲν ἀπαιτεῖ ἀπὸ τοὺς συγγραφεῖς μας νὰ γράψουν τὸ Χάμλετ ἢ τοὺς Καραμάζωφ, μὰ σ᾽αὐτὴν τὴ χώρα τῆς προχειρολογίας καὶ τῆς εὔκολης ἐργασίας εἶναι ἀπαραίτητο νὰ βρίσκεται κάποιος ποὺ νὰ λέει κάθε μέρα στοὺς νέους ὅτι ἡ τέχνη εἶναι μιὰ ὑπόθεση μεγάλη καὶ δύσκολη.
XXI.
Ὅσοι γράφουν για τὴν Ἀθήνα τὴν ἐλεεινολογοῦν ἢ κλαυθμηρίζουν νοσταλγώντας τὴ μικρὴ ἤρεμη πρωτεύουσα τοῦ παλιοῦ καλοῦ καιροῦ. Πειράζει τὰ ἀδύνατα νεῦρα τους αὐτὸ τὸ πανδαιμόνιο τῶν συνοικιῶν ποὺ γκρεμίζουνται καὶ τῶν συνοικιῶν ποὺ χτίζουνται, τῶν δρόμων ποὺ σκάβουνται, τῶν τουνελιῶν ποὺ ἀνοίγουνται, τῶν βρώμικων προσφυγικῶν πόλεων, τῶν ἀεροπλοίων, τῶν χιλιάδων αὐτοκινήτων, τῶν μεγάλων ἀνθρώπινων μαζῶν. Τοὺς ζαλίζουν τὰ πρῶτα βήματα, τὰ ἄταχτα μὰ τολμηρά, τῆς αὐριανῆς πρωτεύουσας τῆς ἀνατολικῆς Μεσογείου.
XXII.
Μονάχα ἡ ἀντίθεση Δραγούμης-Καβάφης (ἢ ἡ ἀντίθεση Κοραῆς-Σολωμὸς) ἀρκεῖ γιὰ νὰ δείξει πόσο πολύμορφος καὶ ἀντιφατικός, πόσο πλούσιος εἶναι ὁ νεοελληνικὸς χαρακτήρας. Κάθε προσπάθεια νὰ τὸν σταματήσουμε μέσα σ᾽ἕναν ἀλύγιστο ὁρισμὸ δὲν εἶναι ἑλληνικὴ ἀγνότητα ἀλλὰ ἀγνὸς δασκαλισμός.
XXIII.
Γιὰ νὰ συζητήσουν οἱ Ἕλληνες πρέπει νὰ διαιρεθοῦν σὲ παρατάξεις.
XXIV.
Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἀδικοῦμε προσωπικὰ κανέναν. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ὠνόμασα εἶναι ἀσφαλῶς ἐκλεχτοὶ ἄνθρωποι, ποὺ θὰ μποροῦσαν, μέσα σ᾽ ἕνα ἀνώτερο περιβάλλον, νὰ ἐλευθερώσουν τὴν ἀτομικότητά τους ἀπὸ τὰ δόγματα καὶ τὰ πάθη καὶ νὰ πραγματοποιήσουν κάτι καλό. Ἡ ἑλληνικὴ ἀτμόσφαιρα περιορίζει τὴν πνευματικὴ ζωή τους μέσ᾽ στὰ πιὸ στενὰ ὅρια, ἐξουδετερώνει τὴν πρωτοβουλία τους, τοὺς κάνει νὰ λησμονήσουν τὸν ἀληθινὸ προορισμό τους, τοὺς παρασύρει σὲ στάσεις ποὺ δὲν ἁρμόζουν σὲ διανοούμενους αὐτῆς τῆς ἀξίας. Γιὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀρνηθοῦμε ὄχι αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ δουλεύουν ἀναμφισβήτητα μὲ καλὴ πίστη καὶ καλὲς προθέσεις, ἀλλὰ τὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ δογματισμοῦ καὶ τῆς ἐμπάθειας, ποὺ τοὺς ἐμποδίζει νὰ κάνουν κάτι καλὸ καὶ μέσ᾽ στὴν ὁποία βλέπουμε ἥδη ἀρκετοὺς νέους νὰ χάνουνται.
XXV.
Ἡ ὀμορφιὰ τῆς σημερνῆς πρωτεύουσάς μας βρίσκεται σ᾽ αὐτὰ ἀκριβῶς ποὺ ἐξοργίζουν τοὺς φύλακες τῶν παραδόσεων καὶ προκαλοῦν τὰ ἀναθέματά τους: στὸν παλμὸ μιᾶς νέας ζωῆς ποὺ ἀγωνίζεται νὰ ἀνοίξει νέες κατευθύνσεις, στὸ ξαφνικὸ ξεχείλισμα νέων ὁρμῶν, ἀγνώστων ὣς χτές, ποὺ γυρεύουν τὴν κοίτη τους, στὴν ἀκατάστατη (στὴν ἀσυνάρτητη, ἔστω) ἀναζήτηση, στὴ νευρικὴ κίνηση τῆς πόλης, στὴν ἀνησυχία τῶν πνευμάτων.
Σελ. 1234567