XIII.

Δὲν αἰσθανόμαστε καθόλου τὴν ἀνάγκη νὰ συζητήσουμε τὸ ζήτημα ἂν ἡ ἐποχή μας ἔχει μπρὸς στὰ περασμένα τὴ φυσικὴ ὑπεροχὴ ποὺ ἔχει ἕνα ζωντανὸ νεανικὸ κορμὶ ἐμπρὸς στὶς κερένιες κοῦκλες καὶ τὰ μαρμάρινα ἀγάλματα.

XIV.

Ἕνα ἀεροπλάνο, στὸν οὐρανὸ τῆς Ἑλλάδας, ἀπάνω ἀπὸ τὸν Παρθενώνα, ἀναδίνει μιὰ ἁρμονία καινούργια ποὺ δὲν τὴ συνέλαβε ἀκόμα κανείς. Ἡ λεωφόρος Συγγροῦ κυλᾶ μέρα καὶ νύχτα πρὸς τὴν ἀχτὴ τοῦ Φαλήρου τοὺς νεογέννητους καὶ ἀνέκφραστους ἀκόμα ρυθμοὺς ἑνὸς δυνατοῦ λυρισμοῦ ποὺ γυρεύει δυνατοὺς ποιητές. Μιὰ αἰσθητικὴ μορφώνεται αὐθόρμητα μέσ᾽ στὸν ἀέρα ποὺ ἀναπνέουμε. Αὐτὸς ὁ «πεζὸς καὶ ὑλιστικὸς» αἰώνας κρύβει μέσ᾽ στὴν ἀνεξερεύνητη ψυχή του πολὺ περισσότερη ποίηση ἀπὸ ὅ,τι νομίζουν οἱ δάσκαλοί μας. Ἀλλὰ πρέπει κάποιος νὰ λάβει τὸν κόπο νὰ τὴν ἀνακαλύψει. Εἶναι ἡ ὥρα γιὰ τολμηροὺς σκαπανεῖς.

XV.

Δὲν ἔχουν ἀκόμα οἱ ἑλληνικοὶ ἐγκέφαλοι τὴ δύναμη νὰ ἁπλωθοῦν ἐλεύθερα στὸν κόσμο τῶν ἰδεῶν καὶ σὲ κάθε βῆμα, στὴ φιλοσοφία, στὴν αἰσθητική, στὴν ἱστορία, στὶς κοινωνικὲς ἐπιστῆμες, ἀκόμα καὶ στὴ γλωσσολογία, γυρεύουν τὴν ἀπόλυτη Ἀλήθεια, δηλαδὴ μιὰ φυλακή. Αὐτὴ ἡ μανία τοῦ ἀπόλυτου, τοῦ ἀσάλευτου, ποὺ ἐκδηλώνεται σ᾽ ὅλες τὶς ἑλληνικὲς συζητήσεις, φανερώνει καλὰ τὸ ἐπίπεδο τῆς πνευματικῆς ζωῆς μας.

XVI.

Ἡ ἀδυναμία τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων εἶναι πολὺ βαθύτερη ἀπ᾽ ὅ,τι νομίζουμε συνήθως, βαθύτατα ἐσωτερική. Εἶναι ἀδυναμία στὴν ἐνατένιση τοῦ κόσμου, ἡττοπάθεια ἐμπρὸς στὸ μυστήριο τῆς ζωῆς, ἔλλειψη δυνατῆς σκέψης καὶ δυνατῆς πνοῆς, ἀνικανότητα γιὰ τολμηρὲς συλλήψεις, γιὰ πλατιὲς συνθέσεις.

XVII.

Ἡ τάση (…) τῶν Ἑλλήνων διανοουμένων νὰ γνωρίσουν τὴ νεοελληνικὴ πραγματικότητα καὶ τὸ νεοελληνικὸ χαραχτήρα μοιάζει μὲ τὴν προσπάθεια ἑνὸς νέου ποὺ γυρεύει νὰ γνωρίσει τὸν ἑαυτό του, τὶς φυσικὲς κλίσεις του, τὶς δυνάμεις του, τὶς πιθανότητές του, πρὶν ἀρχίσει τὴ ζωή του.

XVIII.

Ὅπως ξέρετε ὑπάρχουν στὴν Ἑλλάδα πολλοὶ σχολαστικισμοὶ ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη κι ὅλες τὶς ἀποχρώσεις, ριζοσπαστικοὶ καὶ συντηρητικοί, νεανικοὶ καὶ γεροντικοί, μὰ βλοσυροὶ ὅλοι σὰ δικαστὲς κακουργοδικείου.

XIX.

Τὸ αἰσθανόμαστε βαθιὰ μόλις περάσουμε τὰ σύνορά μας πὼς δὲν ἀντιπροσωπεύουμε τίποτα, πὼς κανεὶς δὲ μᾶς λογαριάζει στὰ σοβαρά, πὼς δὲν μποροῦμε νὰ δικαιολογήσουμε τὴ θέση ποὺ κρατοῦμε στὴν Εὐρώπη, πὼς εἴμαστε στὰ μάτια τῶν ξένων μονάχα χρηματομεσίτες, βαπορτζῆδες καὶ μικρομπακάληδες καὶ τίποτα περισσότερο.