Ὁ σκοπὸς δὲν βρίσκεται σὲ ἐπιμέρους πνευματικὰ εἴτε ὑλικὰ ἢ βιολογικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ στὴν καθολικὴ εὐαισθησία τῆς ψυχῆς, νὰ νοιώσει ἀπὸ ποῦ προέρχεται καὶ ποῦ ἐντάσσεται ἡ προσπάθεια τοῦ Γέροντά της, κι ἔτσι νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ μόνο ἡ ἴδια μπορεῖ νὰ κάνει, νὰ ξεκλειδώσει τὴν ὕπαρξή της στὴν Παρουσία.

Ἐπαινῶντας τὴν ὑπακοὴ ὁ Σωφρόνιος συμβουλεύει, ἀντίθετα μὲ ὅλες τὶς ἐπιστῆμες καὶ ἰδεολογίες, “τίποτε νὰ μὴν εἶναι γιὰ μᾶς ἀπρόσωπο… ἡ ζωὴ τοῦ Θεοῦ νὰ γίνει δική μας ζωή… στὸν προσωπικὸ Θεὸ τίποτε δὲν εἶναι ἀπρόσωπο… νὰ ἐλέγχετε τὸν ἑαυτό σας, ὥστε νὰ μὴν ὑπάρχει τίποτε τὸ ἀπρόσωπο… δὲν ὑπάρχει σὲ μᾶς καμμία σταδιοδρομία στὸν κόσμο αὐτό, ἀλλὰ ὁ καθένας ἀναζητεῖ δρόμους γιὰ βαθύτερη γνώση τοῦ Θεοῦ…” (τ. β΄, σελ. 324–5, 402).

Γιὰ ὅσους σέρνονται στὰ τέσσερα καὶ δὲν βλέπουν ἄλλο ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτή, τὴν ἐπιβίωση, τὴν ὑγεία, τὴν περιουσία, τὴν καταξίωση καὶ τὰ ‘ἐπιτεύγματά’ τους, ἡ προσωπικὴ πραγματικότητα ἔχει ἀποκρυβεῖ. Ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας γνωρίζει τὸ ἐδῶ ὡς ἄλλοτε βοήθημα καὶ ἄλλοτε ἐμπόδιο, πάντα ἐνδιάμεσο καὶ ἀσήμαντο καθεαυτὸ μὲ ὅλο τὸ ‘καλὸ’ καὶ τὸ ‘κακό’ του.

Οἱ πειρασμοὶ στὴν ἔρημο σημαίνουν αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἀλήθεια (βλ. Λουκ. 4), προϋποθέτοντας κύριο ἰδίωμα τῆς θεότητας τὴν ἰσχύ, μὲ τὸν Χριστὸ νὰ ἀντιμετωπίζεται σὰν ἕνα τίποτα. Τοῦ ζητεῖται νὰ ἀναγνωρίσει τὴν θεότητα στὴν ἰσχύ, καὶ προσκυνῶντας τὸ ἀποκομμένο ἀπὸ τὴν ἀρχή του ἀσήμαντο ἐδῶ, ποὺ εἶναι ὁ σατανᾶς, νὰ πέσει στὰ τέσσερα καὶ νὰ τὴν ἀποκτήσει.

Ἐντασσόμενος στὸ ἀπρόσωπο τῶν ἰδεολογιῶν ὁ ἄνθρωπος ἀφομοιώνεται πλήρως στὴν μᾶζα, στὴν ὁποία ἤδη ἀνήκει ὡς ἐγωτικὴ μονάδα, ἀλλὰ ὅταν χάνει τὴν βούλησή του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, γίνεται δική του ἐκείνη ἡ βούληση, μέσα στὴν ὁποία ὑπάρχουν ὅλα καὶ ἡ τελειότητα τῆς φύσης του. Γι’ αὐτὸ διατηρεῖ ἀκέραιη εὐθύνη γιὰ τὶς πράξεις του.

Ἔχει ὅλη τὴν εὐθύνη μόνο ὁ ἴδιος μέσα στὴν αὐστηρότητα τῆς ὑπακοῆς, ὄχι μόνο ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ἀποφάσισε νὰ ὑπακούσει, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο τὸ ἔκανε δὲν νοεῖται ἀνεύθυνος — ἡ σημασία ἀνήκει στὴν πιὸ θεμελιακὴ κατάσταση τῆς συνείδησης, στὴν ἄμεση προσωπικὴ σχέση μὲ τὸν Θεό, τὴν ποιότητα τῆς ὁποίας δὲν καθορίζει παρὰ μόνο ὁ ἑαυτός: “ὅταν ρωτᾶτε τὸν πνευματικὸ καὶ σᾶς λέει κάποιον λόγο, καὶ ἐσεῖς ἔπειτα κάνετε αὐτὸ ποὺ σᾶς λέει, ποτὲ καὶ πουθενὰ μὴ λέτε ὅτι ἔκανα ἔτσι, διότι μοῦ εἶπε ὁ πνευματικός… Ἀπευθυνόμαστε πρὸς αὐτὸν γιὰ νὰ γνωρίσουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἔπειτα ὅμως βαστάζουμε ὅλη τὴν εὐθύνη μόνο ἐμεῖς καὶ ὄχι ὁ πνευματικός” (τ. β΄, σ. 265).