Πρωταρχικὸ Μοναστήρι τῆς χριστιανοσύνης καὶ θεμέλιο τῆς οὐσίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅλης τῆς πραγματικότητας εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ οἱ Μαθητές: στὸν βαθμὸ ποὺ μιὰ συγγένεια στηρίζεται σὲ ὁτιδήποτε ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ἴδιο, χρέος καὶ ἀνάγκη νὰ καταργηθεῖ, “ὀφείλουμε νὰ ἐγκαταλείψουμε τοὺς πιὸ ἀγαπητούς μας ἀνθρώπους, διαφορετικὰ δὲν θὰ φθάσουμε στὴν οἰκουμενικὴ ἀγάπη, στὴν ἀπόλυτη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ” (τ. β΄, σ. 349).
Ὅπως τὸ λέει ὁ Πορφύριος (Τὸ Μυστικὸ εἶναι ἡ Εὐχαριστία, σ. 147), “ἢ θὰ ζοῦμε τὸν Χριστὸ καὶ θὰ ἔχουμε τὰ θεῖα βιώματα καὶ τὴν εὐτυχία ἢ θὰ ζοῦμε στὴ μελαγχολία καὶ στὴ λύπη. Μέση κατάστασις, μέσος ὅρος, δὲν ὑπάρχει.” Ὁ Σωφρόνιος ἐξηγεῖ πὼς ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν βιολογικὴ καὶ τὴν πνευματικὴ συγγένεια εἶναι ἄπειρη, τὸ Μοναστήρι σημαίνει πὼς μέσα καὶ πέρα ἀπὸ τὴν μοναδικότητα καθενὸς ὅλοι γίνονται “σὰν ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔχει [ἀκριβῶς] τὴν ἴδια ζωή, [ἀκριβῶς] τὴν ἴδια θέληση” (σ. 36), ὅταν “ἡ σκέψη μας δὲν εἶναι πλέον δική μας, ἀνθρώπινη, ἀλλὰ ἡ σκέψη τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ” (σ. 361), γι αὐτὸ Μοναστήρι ὑπάρχει καὶ μὲ ἕναν ἀναχωρητὴ μόνο του, ἐφόσον ἡ κύρια σχέση δὲν εἶναι μὲ τὸν συνάνθρωπο.
Ὅσο ὁ ἀριθμὸς τῶν συνασκητῶν μεγαλώνει, ὁ κοινὸς βίος διακινδυνεύει στὴ σύμβαση καὶ τὴν ἐξωτερικότητα, χρειάζονται κανονισμοί, καὶ οἱ ἴδιοι δημιουργοῦν ἐπιπλέον προβλήματα. Ἡ εὐαγγελικὴ εἰδοποίηση, ὅτι καλοῦνται πολλοί, ἀποκρίνονται στὸ κάλεσμα λίγοι, ἀρχίζει νὰ κυκλώνει τὴν ἱερὴ σχέση.
Ὁ σκοπὸς καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς πίστης συχνὰ παρεξηγήθηκε ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς μοναχούς, σὰν νὰ ἦταν ἰδεολογικὴ κατάσταση. Ὁ Σωφρόνιος ἀφυπνίζει, “ποιά ἄλλη ἐπιστήμη θέτει αὐτὸ τὸν σκοπό, [ὄχι διανοητικῆς πληροφόρησης ἀλλὰ ὑπαρξιακῆς πληρότητας,] τῆς αἰώνιας συνύπαρξης μὲ τὸν Δημιουργὸ τοῦ κόσμου;” (σ. 54). Ἐδῶ ἔχει τὴν ἀρχή της ἡ σημασία τῆς ὀφειλόμενης ὑπακοῆς στὸν Ἡγούμενο καὶ τὸν Πνευματικό.
Ἡ ἀλλαγὴ τῆς γνώμης τοῦ Πνευματικοῦ, ἡ συνομιλία καὶ ἡ πειθὼ δὲν ἀπαγορεύονται, ὅμως ἐν τέλει ἀκολουθεῖται ἡ ὅποια δική του ἀπόφαση, ἐπειδὴ πραγματικὸ ζητούμενο εἶναι ἡ ἔξοδος ἀπὸ τὸ ἀτομικὸ θέλημα, ἡ ὑπέρβαση τοῦ ἐγώ. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἰδεολογίας καθοδηγεῖ πιόνια, καθυποτάσσοντας στὸ γενικὸ πρότυπο καὶ δημιουργῶντας φανατικὴ μᾶζα.
Ὁ Πνευματικὸς καταλαβαίνει σὲ ὅλους ἐν δυνάμει ἱερὸ πρόσωπο, τὸ ὁποῖο κάνει ὑπακοὴ στὸν ἴδιο, χωρὶς ὅμως νὰ τοῦ ἀνήκει οὔτε ἐλάχιστα, καὶ μὲ φόβο Θεοῦ γιὰ τὴν ὑπερβολὴ τῆς ἐξουσίας του θέλει νὰ φέρει ὅλη τὴν πίστη καὶ ὅλη τὴν θρησκεία στὴν ὑπηρεσία τῆς συγκεκριμένης ψυχῆς, τὴν ὁποία προσπαθεῖ νὰ καταλάβει στὶς ἰδιαιτερότητές της, νὰ τὴν ἀγαπήσει καὶ νὰ τὴν βοηθήσει. Γι’ αὐτὸ δὲν ἔχει σημασία ἂν στὴν σχέση αὐτὴ κάποιες ἀποφάσεις ἴσως ἀποδειχτοῦν ἐσφαλμένες.
Σελ. 1234567