Ἀπὸ τὰ στοιχεῖα

ΤΟ ΙΔΙΟ τὸ περισσότερο βέβαιο ἀποδεικνύεται πρόσωπο ἀμφιλεγόμενο, μὲ ἄλλους νὰ τὸν θεωροῦν ἅγιο καὶ προφήτη, ἄλλους Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ἄλλους κάποιον ἀσήμαντο, ‘γυιὸ τοῦ ξυλουργοῦ,’ ἢ καὶ βλάσφημο, ἄλλους νὰ τὸν τιμοῦν, νὰ τὸν περιποιοῦνται, νὰ τὸν ἀγαποῦν μέχρι αὐτοθυσίας, καὶ ἄλλους νὰ τὸν προσβάλλουν, κατηγοροῦν, διαπομπεύουν καὶ περιφρονοῦν — ὣς τὸ τέλος, ἀκόμα κι ἐπάνω στὸν Σταυρό. Πάντα τὸ ἴδιο πρόσωπο, διαρκῶς ὑπάρχοντας ὅ,τι πιὸ βέβαιο καὶ ὅ,τι πιὸ γνήσιο, ὅμως πόση διαφορὰ στὶς ἀντιδράσεις, σήμερα ἐπίσης, ἀφορῶντας πιὰ σὲ παγκόσμια κλίμακα. Λαοὶ ὁλόκληροι βαπτίζονται στὸ Ὄνομά Του, καὶ παράλληλα οἱ πλέον ἀνόητοι ἀρνοῦνται καὶ τὴν ἱστορική Του ὕπαρξη.

Δὲν ἀρκεῖ ‘ἐξυπνάδα’ γιὰ ζητήματα ποὺ ἀφοροῦν σὲ ὑψηλότερη νοημοσύνη. Ἡ ἐμπειρία ἀπὸ τὴν μικροψυχία ὁδηγεῖ στὸ ἀμείλικτο ἐρώτημα, ὅτι ἂν ὁ Πλάτων, ὁ Πασκὰλ ἢ ὁ Κίρκεγκωρ, καὶ οὔτε κἂν ἡ Βίβλος δὲν μπόρεσε νὰ ἐμπνεύσει, ποῦ μεγαλύτερη δύναμη, ἢ ποιός ἄγγελος καὶ ἅγιος θὰ κατόρθωνε νὰ ἀκουστεῖ ἐκεῖ ποὺ σιώπησε ὁ ἴδιος ὁ Λόγος; Ψυχὴ νεκρὴ σὲ βαθμὸ ἀναισθησίας γιὰ τὰ ἀξονικὰ βιώματα, ὅσα σχετίζονται μὲ τὴν ἀπώλεια οἰκείων προσώπων, ποιά συζήτηση μὲ ποιόν καὶ ποιά συμβουλὴ θὰ βοηθοῦσε; Ὑπάρχει σημάδι μικρότητας πιὸ χαρακτηριστικὸ ἀπὸ τὸν ψόγο, ὅτι δῆθεν ἡ Ἐκκλησία ἐπιφέρει σκοταδισμό, τὰ δὲ φῶτα βρίσκονται στὴν ἐπιστήμη καὶ τὴν ἀθεΐα; Τὰ ὑψηλότερα ἰδίως εἶναι ἀόρατα σὰν ἀνύπαρκτα γιὰ τὴν μικρόνοια, ἀδιανόητα, ἀδιάφορα, καὶ μόνο ἐπικίνδυνα ὅπως μιὰ αὐταπάτη.

Ὁ γέροντας Παΐσιος, ποὺ δὲν γνώριζε λίγα γιὰ τὴν συμπαράσταση καὶ δὲν νοιαζόταν λίγο γιὰ τοὺς ἄλλους, χωρὶς δισταγμὸ συμβουλεύει ὅτι “πρέπει νὰ μὴ χάνει κανεὶς τὴν ὥρα του ἄσκοπα, νουθετῶντας πνευματικὰ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἀναπαύονται στὶς κοσμικὲς συζητήσεις καὶ στὸ νὰ ἐκφέρουν ἐγωϊστικὰ γνῶμες”.

Ἤδη προηγουμένως μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐπιμένουν στὸ ἴδιο, ὅπως ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, θυμίζοντας ὅτι καλοῦνται οἱ πάντες, ἐλάχιστοι ἀκοῦνε τὸ κάλεσμα, σπάνιο νὰ ἀποκριθεῖ ἕνας: “κανεὶς δὲν σώζεται χωρὶς νὰ θέλει, κι ἄλλο ἀπ’ αὐτὸ μὴ ζητᾶς, / καλὰ φρόντιζε νὰ σώσεις τὸν ἑαυτό σου κι ὅσους σ’ ἀκοῦνε, / ἂν γίνει καὶ βρεῖς στὴ γῆ ἄνθρωπο / ποὺ γιὰ ν’ ἀκούει ἔχει αὐτιά, κι ἀκούει καλὰ τὰ λόγια σου”.