Ὁ λόγος τοῦ Μακρὸν γιὰ τὸ μέλλον τῆς Εὐρώπης ἦταν μιὰ εὐχάριστη ἔκπληξη, ἐπειδὴ κάποιες προηγούμενες παρεμβάσεις τοῦ Γάλλου ἡγέτη ἀπογοήτευαν. Μακάρι νὰ ἐκφράζεται μὲ τὶς ἰδέες αὐτὲς μιὰ ἀποκρυσταλλωμένη νοοτροπία, ἱκανὴ νὰ φέρει συνέπειες στὴν πράξη τὰ χρόνια ποὺ ἔρχονται.

Ὁ Μακρὸν τόνισε δύο στοιχεῖα κεντρικῆς σπουδαιότητας, γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει συμφωνία. Πρῶτον, ὅτι ἡ Εὐρώπη δὲν μπορεῖ νὰ προχωρήσει ὅσο παραμένει ἐγχείρημα ἡγεσιῶν χωρὶς ἰδιαίτερη συμμετοχὴ ἢ καὶ μὲ πλήρη ἀποξένωση τῶν ἴδιων τῶν πληθυσμῶν της. Δεύτερον, ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μιὰ πραγματικότητα ποὺ θὰ προκύψει καθιστῶντας τὰ ἔθνη περιττά, ἀλλὰ χάρη στὰ ἔθνη, ἀπὸ τὰ ἔθνη καὶ μὲ τὰ ἔθνη.

» Πλῆρες κείμενο τῆς ὁμιλίας (στὰ Ἀγγλικά)

Μὲ τὴν πρώτη θέση διαφωνοῦν ὅσοι ἀναγνωρίζουν στοὺς λαοὺς φυγόκεντρες δυνάμεις καὶ στὴν ἕνωση τῆς Εὐρώπης ἕνα ὅραμα ποὺ ἀφορᾶ κάποιες ἐλίτ. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὴν διαφωνία αὐτὴ γιατὶ ὁ παραλογισμὸς εἶναι προφανής.

Μὲ τὴν δεύτερη θέση διαφωνοῦν ὅσοι ἀναγνωρίζουν στὰ ἔθνη κάτι παρωχημένο καὶ ἀνίκανο νὰ ἐπιβιώσει στὸν καιρὸ τῆς παγκοσμιοποίησης, συγκρουόμενο μὲ τὴν ἴδια τὴν ἔννοια τῆς ἕνωσης τῆς Εὐρώπης, στὴν καλύτερη περίπτωση ἄχρηστο, πράγματι ὅμως ταγμένο στὴν ὑπονόμευση τῆς ἑνότητας.

Τὸ ὁμολογοῦν ἢ ὄχι, ὅσοι ἀκολουθοῦν τὴν ἄποψη αὐτὴ ἑρμηνεύουν τὰ ἔθνη ὡς συγκυριακὲς πραγματικότητες χωρὶς οὐσιώδη ἀξία. Ἂν ὅμως τὰ ἔθνη ὡς ἔθνη ἔχουν οὐσιώδη πραγματικότητα καὶ σπουδαιότητα, ἡ κατάργησή τους θὰ σημάνει (τοὐλάχιστον) ἀναπηρία γιὰ τοὺς λαοὺς στὸν βαθμὸ ἀκριβῶς τῆς μεταξύ τους ἑνώσεως, ἀναδεικνύοντας ἔτσι στὴν ἕνωση τῆς Εὐρώπης μιὰ ἐν μέρει ἢ καὶ τελείως ἀρνητικὴ προοπτική.

Εἶναι τὰ ἔθνη κάτι ἐκ φύσεως παρωχημένο, ποὺ μποροῦμε ἢ ἐπιβάλλεται νὰ προσπεράσουμε ὅσο γίνεται πιὸ γρήγορα; Ἐπειδὴ πολλὲς παρεξηγήσεις προέρχονται ἀπὸ ἀσυμφωνία στοὺς ὁρισμούς, ἂς δοῦμε τί ἐννοοῦμε ὡς ἔθνος.

Ἂν ἔθνος εἶναι ὁ φορέας μιᾶς πολιτισμικῆς παράδοσης καὶ ἂν αὐτὸ θεωροῦν παρωχημένο ὅσοι τὸ θεωροῦν, δὲν θὰ ἀσχοληθῶ.

Ἐξυπακούεται ὅτι τὸ ἔθνος ὡς γλωσσικὴ ἑνότητα ἀνήκει σὲ καὶ θεμελιώνει τὴν προηγούμενη περίπτωση, ὥστε οὔτε αὐτὸ μὲ ἐνδιαφέρει.

Τὸ ἔθνος ὡς ἱστορικὴ μνήμη ἑνὸς λαοῦ, ἐπίσης δὲν εἶναι κάτι ποὺ συζητεῖται, ὄχι ἀπὸ ἐμένα πάντως.

Ἡ μόνη περίπτωση ποὺ ἀξιώνει ἴσως νὰ τὴν σκεφτοῦμε καὶ δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἁπλὴ ἀνοησία, εἶναι τὸ ἔθνος ὡς πολιτικὴ αὐτόνομη ὀντότητα, καὶ τότε ἔχει κανεὶς νὰ ὑπολογίσει κατὰ πόσον ὁ πολιτισμὸς μιᾶς γλώσσας καὶ ἱστορίας χρειάζεται ἢ δὲν χρειάζεται πολιτικὴ αὐτονομία.

Ἀκόμη κι ἂν ἡ αὐτονομία δὲν εἶναι ἀπαραίτητη, ὅπως ἀποδεικνύεται ἄλλωστε ἀπὸ τὴν ἐπιβίωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ σὲ καιροὺς ὑποδούλωσης, χρειάζεται νὰ σκεφτεῖ κανεὶς ἂν ἡ ἔννοια ποὺ ἔχουμε γιὰ τὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση εἶναι ἐκείνη τῆς ὑποδούλωσης, ἢ ἀλλιῶς ὑπὸ ποιὲς προϋποθέσεις καὶ ὣς ποιὸ βαθμὸ ἕνα ἔθνος θὰ παραχωροῦσε οἰκειοθελῶς τὴν αὐτοδιάθεσή του.

Γιὰ νὰ παραχωρήσει μιὰ πολιτισμικὴ ἑνότητα ἐξουσίες χρειάζεται νὰ ἀναγνωρίζει στὸν νέο φορέα ἀκόμη μεγαλύτερη καὶ βαθύτερη πολιτισμικὴ συγγένεια, ἀλλιῶς ἡ ἀπώλεια τῆς ἐξουσίας σημαίνει ὑποδούλωση, ἂν δὲν εἶναι οἰκειοθελής, ἢ αὐτοπεριφρόνηση, ἂν εἶναι οἰκειοθελής. Ἡ Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση ὅμως εἶναι καταδικασμένη εἴτε προϋποθέτει αἰσθήματα ὑποδούλωσης εἴτε αὐτοπεριφρόνησης τῶν λαῶν της.

Συνεπῶς μόνη περίπτωση νὰ σταθεῖ, ἐνόσῳ ἀπορροφᾶ ἐξουσίες ἀπὸ τὸ ἔθνος, εἶναι ἂν συνιστᾶ κάτι ἀκόμα πιὸ ‘ἐθνικὸ’ ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ ἔθνος, δηλαδὴ ἂν γιὰ κάθε ἔθνος ποὺ συμμετέχει, ἡ ἴδια ἡ Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση εἶναι μιὰ ἀκόμη πιὸ οἰ­κεία, ταιριαστὴ καὶ ἐπιθυμητὴ ἱστορικὴ καὶ πολιτισμικὴ πραγματικότητα. Εἶναι δυνατὸ γιὰ ἕναν Γάλλο καὶ γιὰ ἕναν Γερμανὸ νὰ νοιώσουν τὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση πιὸ γαλλικὴ ἀπὸ τὴν Γαλλία καὶ ταυτοχρόνως πιὸ γερμανικὴ ἀπὸ τὴν Γερμανία;