“Στὴν στροφὴ τοῦ Χρόνου, ἐμᾶς τοὺς νυσταγμένους ἀνορθώνει, καὶ μὲ χρυσὰ λουριὰ κρατάει, σὰν παιδιά”.[169]

Καὶ τὸ σχολίασε ὁ Παπατσώνης, ἐπίσης ποιητικά.

“Ὁ λυτρωμένος ἀπὸ τὰ τάρταρα νεκρός, αὐτὸς ποὺ διανύει τὴ νύχτα τῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ Θεοῦ, ποὺ τοῦ ξυπνᾶ κάποτε θείᾳ συνάρσει τὸ θυμοειδές, ἀλλὰ ποὺ πτοεῖται, καθὼς τὸν σέρνουν πρὸς τὸ ἔκπαγλο φῶς, καὶ ἑτοιμάζεται νὰ καλπάσει πρὸς τὰ πίσω, ἐνῷ ἔρχεται μειλίχιος ὁ χρυσὸς χαλινός, ὑπομονετικός, ὄχι ἀγριωπός, τῆς στοργῆς τοῦ Πατέρα, τῆς εὐτολμίας, δώρου πατρικοῦ, καὶ κάθεται καὶ τὸν γυμνάζει καὶ τὸν προπονεῖ στὶς μικρὲς καὶ ἤρεμες χόβολες καὶ στὶς χρυσόσκονες τῆς θέρμης του ὥστε νὰ μπορέσει κάποτε νὰ φθάσει καὶ τὶς φλόγες τὶς ὁλοκληρωτικὲς — τί ἄλλο θυμίζει παρὰ κονίστρα ὅπου θεϊκὲς βουλὲς προπονοῦν ἡμιθέους σὲ τοπία ὀλύμπιας φωτεινότητας;”[170]

 

Η ΒΑΘΕΙΑ συγγένεια τῆς χριστιανικῆς πνευματικότητας μὲ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ διαμορφώνει τὴν ὁμιλία τοῦ Παύλου στοὺς Ἀθηναίους καὶ τὴν φιλοσοφικὴ σκέψη ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴν Βάπτιση τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ὁπωσδήποτε οἱ Ἕλληνες δὲν πίστεψαν χάρη σὲ μερικὲς ὁμιλίες. Στὴν ἀγάπη τους γιὰ τὴν ἀλήθεια, μὲ ὁρμὴ ποὺ μποροῦσε νὰ ὑπερβαίνει ἄνετα τὴν ἴδια τὴν ἱστορική τους ἰδιαίτερη μνήμη, δὲν ἀποκρίθηκε μιὰ διάλεξη ἀλλὰ κυρίως αὐτὸ ποὺ ἱστορεῖται στὶς Πράξεις γιὰ τὸν Στέφανο, ὅτι πλήρης πίστεως καὶ δυνάμεως ἐποίει τέρατα καὶ σημεῖα μεγάλα ἐν τῷ λαῷ,[171] ὅτι ἀκόμα καὶ οἱ Ἑβραῖοι ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τὸν δολοφονήσουν, ἀτενίσαντες εἰς αὐτὸν ἅπαντες οἱ καθεζόμενοι ἐν τῷ συνεδρίῳ εἶδον τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡσεὶ πρόσωπον ἀγγέλου.[172] Ὅπως καταλάβαινε ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, “πράγματι ὁ Χριστὸς ἐπρόκειτο νὰ παρατήσει τὴν μητέρα τῶν Ἰουδαίων, τὴν ἀχάριστη Ἱερουσαλήμ, καὶ νὰ βαδίσει στοὺς Ἕλληνες καὶ νὰ τοὺς διδάσκει”.[173]

Γιὰ νὰ ἑνωθεῖ καὶ ἐννοιολογικὰ ἡ νέα πίστη μὲ τὴν προηγούμενη ἑλληνικὴ παράδοση, συνέβαλε ἡ ἔμπρακτη ἔμφαση στὴν πνευματικὴ συγγένεια τοῦ Εὐαγγελίου μὲ τὸν ἑλληνισμό — ὁ διάλογος μὲ τοὺς Ἕλληνες, ἡ ἔμφαση στὴν νίκη ἐπάνω στὸν θάνατο, ἡ ἐπικέντρωση στὴν ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν γνώση Του ὡς ζωντανὴ πεῖρα τῆς ἕνωσης μαζί Του.

Σημειώσεις

157 DK 107.

158 Κήτς, Ὠδὴ σὲ μιὰ ἑλληνικὴ ὑδρία.

159 Ὅπως σημειώνει ὁ Γαῖγκερ, “Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς … ὑπῆρξε ὁ πρῶτος συγγραφέας ὁ ὁποῖος … ἔδειξε μεγάλο ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ ζήτημα τῆς ἑλληνικῆς παιδείας τῶν βιβλικῶν συγγραφέων. Κάνει ὀρθὴ ἀναγνώριση (Στρώματα Ι.19…) τῆς περικοπῆς τῶν Πράξεων 17.28, ὡς προερχόμενης ἀπὸ τὸ ἀστρονομικὸ ἔργο Φαινόμενα τοῦ Ἀράτου, στ. 5. Παρομοίως (Στρώματα Ι.14…) ἐφιστᾶ τὴν προσοχὴ στὴν περικοπὴ ἑνὸς στίχου Ἐπιμενίδου τοῦ Κρητός, ἀπὸ τὸ ἐπικὸ ποίημά του Οἱ Χρησμοὶ (ἀπ. Ι, DK I.31) στὴν Πρὸς Τίτον ἐπιστολὴ (1.12), καὶ ἕνα ἄλλο ἑλληνικὸ ἀπομνημόνευμα στὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους (15.33), προερχόμενο ἀπὸ τὸν διασημότερο ποιητὴ τῆς νέας Ἀττικῆς κωμωδίας Μένανδρο (Θαῒς ἀπ. 218…), μία πολὺ πετυχημένη περικοπὴ σὲ ἐπιστολὴ τοῦ Παύλου ἡ ὁποία ἀπευθυνόταν στὴν μᾶλλον πεπαιδευμένη ἑλληνικὴ Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου” (βλ. Γαῖγκερ, Πρωτοχριστιανικοὶ χρόνοι καὶ ἑλληνικὴ παιδεία, ὅ.π., σελ. 103–4, σημ. 28). Ὁ Παῦλος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ταρσό, πόλη φημισμένη τὴν ἐποχὴ ἐκείνη γιὰ τὴν μελέτη τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων.