Ἡ (ὁμηρικὴ ἤδη) ζωντανὴ ἐπίγνωση συγγένειας καὶ ἐπαφῆς τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἀνθρώπους ἀπομάκρυνε κάθε μαγικὴ συνεκδοχὴ καὶ συνέδεε τὴν ἀνάσταση μὲ τὴν ἐπιθυμία καὶ φροντίδα Του γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἐνῷ ἡ ποίηση ὅλων τῶν ἐθνῶν ἀπὸ ἕνα, καὶ ἡ μαρτυρία γιὰ τὴν Ἡμέρα τοῦ ζῶντος ἀνδρὸς καὶ τὴν οἰκουμενικὴ δικαιοσύνη Του, ἀποκάλυπτε πὼς ἡ μύηση κατ’ ἀρχὴν ἀφορᾶ σὲ ὅλους — οὔτε σὲ μία μόνο ἐθνότητα, οὔτε σὲ στενὸ κύκλο σοφῶν — καὶ δὲν εἶναι ἀφηρημένη διαδικασία προσαρμογῆς σὲ συμπαντικοὺς νόμους διαιωνίσεως, ἀλλὰ ἔχει τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος της, ὁλόκληρο τὸ νόημά της, σὲ συγκεκριμένο πρόσωπο, θεῖο μαζὶ καὶ ἀνθρώπινο.
Ὁ Παῦλος ἄγγιζε βαθύτερα σημεῖα τῆς συνείδησής τους, ὅσο ἀνεπαρκὴς ἐπιφανειακὰ (μὲ τὴν ἔμφαση στὴν ὁμηρικὴ καταδίκη στὸν ἅδη ἀκόμη καὶ τῶν ἡρώων), τόσο λυσιτελέστερος στὸ βάθος, ὥστε μᾶλλον τὸν εἰρωνεύθηκαν παρὰ τὸν ἀπέρριψαν: “κι ὅταν ἄκουσαν γιὰ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ἄλλοι τὸν χλεύαζαν κι ἄλλοι εἶπαν, ‘θὰ σὲ ἀκούσουμε γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ καὶ πάλι’.”[167] Τοὺς παρουσίαζε, ἂν καὶ ὄχι καθαρὰ (στὴν συγκεκριμένη ὁμιλία), τὸν Λόγο τῆς μετάβασης στὴν ἀθανασία. Στὶς Ἐπιστολὲς εἶναι σαφέστερος, ἀλλὰ καὶ οἱ Πατέρες ποὺ ἀκολούθησαν ἔχουν ἐπιμείνει ἐδῶ ἀρκετά, ἀπ’ ὅπου φαίνεται πὼς ἡ ἐνανθρώπηση, ἡ μετάβαση καὶ διάβαση τοῦ ἴδιου τοῦ Λόγου πρὸς τὸν κόσμο, ἦταν αὐτὸ ποὺ περισσότερο σκανδάλιζε.
“Οἱ φιλόσοφοι τῶν Ἑλλήνων λένε πὼς ὁ κόσμος εἶναι ἕνα μεγάλο σῶμα, καὶ λένε τὴν ἀλήθεια … Ἑπομένως, καθόλου ἀταίριαστο δὲν εἶναι νὰ βρίσκεται μέσα σὲ ἄνθρωπο ὁ Λόγος, καὶ ὅμως ὅλα νὰ φωτίζονται, νὰ κινοῦνται καὶ νὰ ζοῦν ἀπὸ Ἐκεῖνον καὶ μέσα Του, ὅπως καὶ οἱ Ἕλληνες συγγραφεῖς λένε, ὅτι ‘μέσα Του ζοῦμε, κινούμαστε καὶ ὑπάρχουμε’… Γιατὶ ἂν ὁ Πλάτων, ὁ θαυμαστὸς ἀνάμεσα στοὺς Ἕλληνες, λέει ὅτι Ἐκεῖνος ποὺ δημιούργησε τὸν κόσμο, βλέποντάς τον νὰ χειμάζεται καὶ νὰ κινδυνεύει νὰ δύσει στὸν τόπο τῆς ἀνομοιότητας, κάθισε στοὺς οἴακες τῆς ψυχῆς καὶ βοηθεῖ διορθώνοντας ὅλα τὰ σφάλματα, τί ἀπίστευτο λέμε ἐμεῖς, ἂν ἡ ἀνθρωπότητα βρίσκεται σὲ πλάνη, καὶ κάθισε μέσα της ὁ Λόγος καὶ φανερώθηκε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ σώσει τὴν χειμαζόμενη ἀνθρωπότητα μὲ τὴν ἐξουσία καὶ τὴν ἀγαθότητά Του;”[168]
Ἤ, ὅπως τὸ εἶπε ὁ Χαίλντερλιν,
Σελ. 1234