Ἀλλὰ μόλις ἀπεμακρύνθη ὀλίγα βήματα, καὶ ἐστάθη ἐνδοιάζων ἂν ἔπρεπε νὰ βάλη φωνὰς ἢ νὰ λάβῃ μᾶλλον λίθους νὰ ρίψῃ κατὰ τοῦ ἐπιδρομέως.

– Στόπ! μωρέ… τῷ ἐφώνει ὁ παράδοξος ἄνθρωπος, ὅταν εἶχε σταματήσει ἤδη.

– Ἄφσέ τον, μπάρμπα! τί σοῦ κάνει;… ἐφώνει μακρόθεν ὁ Ἀλέκος.

Ὁ ἀλλόκοτος ἄνθρωπος ἐφόρει ἰδιόρρυθμον ὅλως κόκκινον σαρίκιον περὶ τὴν κεφαλήν, ὅπερ ἐτρόμαξε τοὺς δυὸ νέους καὶ δὲν τὸν ἀνεγνώρισαν κατ᾿ ἀρχάς. Οὕτω τοῦ κατέβη τὴν ἑσπέραν ἐκείνην νὰ φορέσῃ τὸ ζωνάρι του σαρίκι. Ἄλλοτε πάλιν εἶχεν ἄλλας ἰδιοτροπίας. Ἐφόρει ταὶς κάλτσαις ὡς χειρόκτια.

Ἐκ τῆς φωνῆς ὅμως τὸν ἀνεγνώρισαν παρευθὺς καὶ οἱ δυό. Ἦτο «Ἐλόγου του».

Τοιοῦτον ἔφερε σκωπτικὸν ἐπίθετον ὁ εἰκοσαέτης νέος Μανουὴλ Προυσαλῆς, ἐθελόκομψος ἀντιπαθητικὸς ἐργολάβος εἰς τὴν μικρὰν ἐκείνην φιλοσκώμμονα κοινωνίαν, ὅπου πᾶς ἄνθρωπος πρὸς τῷ οἰκογενειακῷ ὀνόματι, ὅπερ μόνον εἰς τοὺς ἐπισήμους καταλόγους τῆς δημαρχίας ἀπαντᾶται, προικίζεται τουλάχιστον μὲ δυὸ ἢ τρία προσωνύμια.

– Δὲν θέλω τὰ λεπτά σου, βρέ… ἐπανέλαβεν Ἐλόγου του, στρίβων ὑπερηφάνως τὸν μικρὸν πυρρὸν μύστακά του… Μὴ φοβᾶσαι, ἄκουσε… νά, τί θέλω.

Καὶ τῷ ἔτεινε μικρὸν ἐπιστόλιον, ἐντὸς χρυσίζοντος διηνθισμένου φακέλλου.

– Νὰ τὸ δώσῃς, ἐπάνω ποὺ θὰ πᾶς, εἶπε. – Τίνος νὰ τὸ δώσω;

– Στὸ Μπραϊνάκι, βρέ… δὲν ξέρεις ποὺ μ᾿ ἀγαπάει;

– Ἀλήθεια; εἶπε μετὰ προσποιητοῦ θαυμασμοῦ ὁ Ἀλέκος, ὅστις εἶχε πλησιάσει ἐν τῷ μεταξύ.

– Σένα δὲν σοῦ μιλῶ, εἶπεν αὐστηρῶς Ἐλόγου του.

– Καλά, τὸ δίνω, ἀπήντησεν ὁ Σωτῆρος εὐχαριστημένος διότι θὰ ἐγλύτωνε.

– Μὰ θέλω νὰ μοῦ φέρῃς καὶ σημάδι, προσέθηκεν Ἐλόγου του.

– Τί σημάδι;

– Αὐτὴ ξέρει.

Καὶ ἐπανέλαβε:

-Τὸ διαβάσῃ δὲν τὸ διαβάσῃ, θέλω νὰ μοῦ φέρῃς σημάδι ἀπόψε.

Καλά.

Κρατῶ ἀμανάτι τὸ φέσι σου, καὶ σὲ περιμένω ἐδῶ τριγύρω. Ἀκοῦς;

Καὶ ἀπέσπασεν αὐθαιρέτως τὸ φέσι ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τοῦ Σωτήρου.

– Δός του τὸ φέσι του! ἀνέκραξεν ὁ Ἀλέκος.

– Σούτ, ἐσύ!…

Ὁ Σωτῆρος δὲν παρεπονέθη τίποτε καὶ ἔνευσε πρὸς τὸν σύντροφόν του νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ ἔσω τοῦ προαυλίου.

– Τώρα πῶς θὰ πάω ἀπάνου χωρὶς φέσι; εἶπεν ὁ Σωτῆρος ἐντὸς τῆς αὐλῆς.

– Φορεῖ ὁ Σπύρος φέσι; παρετήρησεν ὁ Ἀλέκος.

Ὁ Σπύρος ἦτο συνηλικιώτης καὶ ἀχώριστος φίλος τοῦ Σωτήρου, φιλομαθέστατος, εὐφυής, πρωτόσχολος τῆς ἐποχῆς του, ὅστις ἠρέσκετο τότε νὰ μὴ ἔχη ἄλλο κάλυμμα τῆς κεφαλῆς εἰμὴ τὴν πλουσίαν λινόχρουν καὶ φαιὰν κόμην του.