Ἅμα εἶδα τὰ δυὸ ταῦτα πλάσματα, ἔλαβα θάρρος κ᾿ ἐφώναξα:
– Ἔ! ἐσεῖς, παιδιά!… Ἔχασα τὸ δρόμο… Δὲ μοῦ λέτε ἀπὸ ποῦ νὰ κάμω… πῶς νὰ βγῶ ἀποδῶ;…
Εἰς ἀπάντησιν, ὁ μικρὸς βοσκὸς ἔλαβε μέγα χαλίκιον ἀπὸ τοῦ ἐδάφους, καὶ τὸ ἐσφενδόνισε πρὸς τὸ μέρος μου. Τὸ χαλίκιον ἔπεσε μετὰ κρότου, κάτω εἰς τὸ κοίλωμα τοῦ ρεύματος. Δεύτερον λιθάριον καὶ τρίτον μοῦ ἔρριψεν ὁ μικρὸς βοσκός. Τὸ ἓν τούτων ὀλίγον ἔλειψε νὰ μὲ φοβίσῃ, ἐκτύπησε δὲ τὸν βράχον, ὅπου ἱστάμην, πέντε βήματα ἀπ᾿ ἐμοῦ.
Ἡ μικρὰ ἀδελφή του ἐγέλασε μὲ παιδικὴν χαρὰν εἰς τὸ κάμωμα τοῦ ἀδελφοῦ της. Ἐγὼ παρεμέρισα ὀλίγον, κ᾿ ἐκάθισα εἰς τὸ χαμηλότερον μέρος τοῦ βράχου, ἀνάμεσα εἰς τοὺς εὐώδεις θάμνους.
Ἐκεῖ, καθὼς ἐκάθισα ἀποκαμωμένος, ἀφανισμένος, ἐπάνω εἰς τὴν ἀπάτητον χλόην, ἀκούμβησα τὴν κεφαλὴν εἰς ἕνα σχοῖνον, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν ἐκοιμήθην ἢ ὠνειρεύθην· ἀλλὰ παρουσιάσθη ἐνώπιόν μου γέρων τις σεβάσμιος, μὲ λευκὴν γενειάδα, καὶ μὲ μακρὸν ράσον. Τὸ πρόσωπόν του εἶχεν ἀκμὴν καὶ ἄνθος νεανικόν, ἂν καὶ ἦτο ὠχρὸν μᾶλλον, καὶ εἶχε κάλλος ὁποῖον μόνον αἱ εἰκόνες ἔχουν.
M᾿ ἐκάλεσεν ὀνομαστί, καὶ εἶπε:
– Πῶς ᾖλθες ἐδῶ, τέκνον;
– Ἔχασα τὸ δρόμο, ἀπήντησα ἐγώ.
Ὁ γέρων ἔσεισε τὴν κεφαλήν.
– Ἔτσι χάνουν τὸν δρόμον τους, εἶπεν, ὅσοι δὲν ἠξεύρουν πόθεν ἔρχονται καὶ ποῦ πηγαίνουν. Μήπως σ᾿ ἔστειλαν πουθενὰ εἰς ὑπηρεσίαν καὶ λέγεις ἔχασα τὸν δρόμον; Διατὶ δὲν ἔκαμες ὑπακοήν; Δὲν σοῦ εἶπεν ὁ πατήρ σου ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃς ἐκεῖ μέχρι τέλους τῆς λειτουργίας; Διατὶ ἔφυγες;
Δὲν ἤξευρα τί νὰ τοῦ πῶ. Δὲν μοῦ ἤρχετο μάλιστα νὰ τὸν ἐρωτήσω πῶς τὸ ἠξεύρει.
– Καὶ δὲν σοῦ ἔφθανεν ὁ κίνδυνος ποῦ ἔτρεξες νὰ σὲ σκοτώσῃ ἡ φοράδα, σήμερον τὸ πρωί; Δὲν ἔπρεπεν νὰ σωφρονισθῇς;
– A! ἤσουν ἀντίκρυ καὶ μ᾿ ἔβλεπες; εἶπα ἐγώ, μὴ γνωρίζων τί ἄλλο νὰ εἴπω.
– Ἡμεῖς τὰ βλέπομεν, εἶπε παραδόξως ἐκεῖνος. Ἐγὼ εἶμαι ὁ Χαιρήμων μοναχός, διὰ τὸν ὁποῖον σοῦ διηγεῖτο προχθὲς ὁ πατήρ σου.
Δὲν ἐσκεπτόμην τίποτε. Οὐδ᾿ ἐστοχάσθην κἂν ὅτι ἐκεῖνος ὁ Χαιρήμων μοναχός, περὶ οὗ ἔλεγεν ὁ πατήρ μου, ἦτο πρὸ χρόνων πολλῶν ἀποθαμένος.
– Ὕπαγε, εἶπε· νὰ βάλῃς μετάνοιαν εἰς τὸν πατέρα σου, καὶ νὰ τοῦ εἴπῃς ἐκ μέρους μου ὅτι ὀφείλει νὰ εἶναι αὐστηρότερος πρὸς τὴν νεότητα.
Δὲν ἐνόησα πῶς ἐξύπνησα, οὔτε ἰδέαν εἶχον ἂν εἶχ᾿ ἀποκοιμηθῆ. Εὑρέθην ἔχων ἀνοικτοὺς ὀφθαλμούς. Βαθύ, ἄρρητον ἄρωμα, ὡσὰν ἀπ᾿ ὅλα τὰ θυμάρια, τὰς μυρσίνας, καὶ τ᾿ ἄγρια ἄνθη τοῦ βουνοῦ, μαζευμένα εἰς ἕνα σωρόν, μοῦ ἤρχετο εἰς τοὺς μυκτῆρας. Πλησίον μου ἵσταντο αἱ δυὸ γυναῖκες, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ πολλοῦ μ᾿ ἐζήτουσαν. Ἦτο μεσημβρία ἤδη κ᾿ ἐγὼ ἀπὸ πέντε ὡρῶν ἔλειπα ἀπὸ τὸν περίβολον τοῦ ναΐσκου, ὅπου εὐρίσκετο ὁ πατήρ μου.
Σελ. 12345678910