– Δόξα σοι, ὁ Θεός!

– Ἐγὼ ἔκαμα τάμα στὸν Ἀϊ-Γιάννη.

– Ἐσὺ ἔταξες, παιδί μ᾿, τίποτα;

– Τί νὰ τάξω; Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀσῆμι γιὰ νὰ κάμω παιδιά.

Ἐγέλασαν αἱ γυναῖκες μὲ τὸν παιδικὸν τοῦτον λόγον. Ἐσήμαινε δὲ τοῦτο τὰ ἀσημένια «παιδιά», τὰ ὁποία προσφέρουν αἱ μητέρες συνεπείᾳ ταξίματος εἰς θαυματουργοὺς εἰκόνας τῶν Ἁγίων. Ὑπῆρχον εἰς τὸ χωρίον μας δυὸ χρυσοχόοι ἀδελφοί, τῶν ὁποίων τὰς ἐργασίας παρηκολούθουν μετὰ περιεργείας, τοὺς ἐζήτουν ἕνα μικρὸ κομματάκι ἀσῆμι, καὶ δὲν μοῦ ἔδιδαν.

Ἡ ἐντύπωσις ἐκείνη τοῦ φόβου δὲν εἶχε διαρκέσει εἰς τὸ πνεῦμα μου οὐδὲ ὅσον διήρκεσεν ἡ ἀνωτέρω διήγησις. Μίαν ὥραν ὕστερον, ἐνῷ ὁ πατήρ μου ἱερούργει εἰς τὸν ναΐσκον, καὶ πρὶν ἀπολύσῃ ἀκόμη ἡ λειτουργία, ἔφυγα, ὡς εἶπον, μὲ τἆλλα παιδιά, κ᾿ ἐπήγαμεν νὰ τρέξωμεν εἰς τοῦ «Χαιρημονᾶ τὸ ρέμα».

Τἆλλα παιδιά, ὅσον σέβας καὶ φόβον ἐδείκνυον ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν πρεσβυτέρων μελῶν τῆς οἰκογενείας μου, ὅλον τὸ ἐξέσπων εἰς φθόνον καὶ ἐπιβουλὴν κατ᾿ ἐμοῦ.

Τοῦ «Χαιρημονᾶ τὸ ρέμα» βαθύνεται καὶ κατέρχεται ὄπισθεν ἀκριβῶς τοῦ λόφου, ἐφ᾿ οὗ ἐγείρεται ὁ ναΐσκος τοῦ Προδρόμου. Ἡ ὀφρὺς τοῦ βουνοῦ καμπυλούται ἄνωθεν, ἐπιστέφουσα βαθεῖαν πτυχὴν τῆς γῆς, σχηματίζεται δὲ βαθυτάτη χαράδρα, κατερχομένη μέχρι τοῦ αἰγιαλοῦ· εἰς τὴν κορυφὴν τῆς χαράδρας ὑπῆρχεν ἕνα καιρὸν μικρὸν ἐξωκκλήσιον, μὲ ἓν γειτονεῦον ἀσκητήριον, τοῦ ὁποίου τὰ ἴχνη φαίνονται, καὶ μία παλαιὰ κρήνη, ξηρὰ τώρα. Εἰς τὸ ἀσκητήριον ἐκεῖνο, καθὼς διηγεῖτο ὁ πατήρ μου εἰς τὴν οἰκίαν μας, ὀλίγας ἡμέρας πρίν, ὅταν ἐμελετούσαμεν τὴν ἐν λόγῳ ἐκδρομήν, ἀσκήτευε τὸν παλαιὸν καιρὸν ἐνάρετος μοναχός, ἐρημίτης, ὅστις ἔφερεν ἓν ὄνομα καλογηρικὸν ὄχι πολὺ σύνηθες, καὶ ἀπὸ τὸ ὄνομα ἐκεῖνο ὠνομάσθη ὅλη ἡ κοιλάς, καὶ ἡ βρύσις, καὶ τὸ ποτάμιον, «τοῦ Χαιρημονᾶ τὸ ρέμα».