– Νά! τώρα θὰ σὲ φᾶνε τὰ κρούσματα…

– Μία στιγμή, καρτερεῖτε!

– Θὰ σὲ φᾶνε τὰ στοιχειά…

Ἔβαλα κλαυθμηρὰς φωνάς, ἀλλ᾿ εἰς μάτην. Ὅσην ἀκρόασιν ἔδωκε τὸ πάλαι τὸ εἴδωλον τοῦ Βάαλ εἰς τοὺς ἱερεῖς τῶν ἀλσῶν, τοὺς ἐπικαλουμένους ἀπὸ πρωίας ἕως ἑσπέρας, ἄλλην τόσην ἔδωκαν εἰς τὰς φωνὰς τὰς ἰδικάς μου οἱ μικροὶ ἐκεῖνοι ἔνσαρκοι δαίμονες τοῦ ρεύματος καὶ τῶν βράχων. «Ἐπάκουσον ἡμῶν, ὁ Βάαλ, ἐπάκουσον ἡμῶν!». Καὶ οὐκ ἣν φωνή, καὶ οὐκ ἣν ἀκρόασις.

Ἔγιναν ἄφαντοι. Καὶ μακρόθεν ἐκάγχαζον εἰς τοὺς κλαυθμούς μου.

Τότε ἀπεπλανήθην. Καθὼς εἶχα γυρίσει διὰ νὰ ἐπιστρέψω ἀκριβῶς πρὸς αὐτὴν τὴν βρύσιν τοῦ Χαιρημονᾶ, ὀπόθεν ἀρχίζει εὐχάρακτος ὀπωσοῦν δρομίσκος, πρὸς ἐπιστροφὴν εἰς τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, ἔχασα τὸν δρόμον· ἀντὶ νὰ λάβω τὴν ἄγουσαν πρὸς τὰ δεξιά, ἐτράπην πρὸς τ᾿ ἀριστερά, εἰς τὸ ρεῦμα τῆς Παναγίας τῆς Ζωοδόχου.

Ἦτο δὲ μέγα, ἀτελείωτον, τὸ ρεῦμα ἐκεῖνο. Ὅταν ἐνθυμοῦμαι τώρα τὸ συμβὰν ἐκεῖνο τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας, μοῦ φαίνεται ὡς νὰ ἦτο ἀλληγορία ὅλης της ζωῆς μου.

Che la diritta via era smaritta.

Ἀνέβαινα καὶ ἀνέβαινα τὸ ρεῦμα, καὶ ὁλονὲν ἐχανόμην. Δὲν ἐπανεύρισκα, ὄχι, τὸν ἐαυτόν μου, ἄλλα μᾶλλον τὸν ἔχανα. Ὤ, ναί, εἶχε χαθῆ δι᾿ ἐμὲ ἡ εὐθεῖα ὁδός. La diritta via era smaritta.

Πότε ἔπεφτα μέσα εἰς διαφόρους λάκκους καὶ λεκάνας τοῦ νεροῦ, μὴ εὑρίσκων ὁρατὸν μονοπάτι, ἐπειδὴ οἱ λάκκοι οὗτοι ἐφράττοντο ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἀπὸ βράχους ὀλισθηρούς, αἰχμηρούς, ἢ ἀπὸ ἀγρίους ἀκανθώδεις θάμνους. Πότε ἐπροσπάθουν ν᾿ ἀναρριχηθῶ εἰς βράχους χθαμαλούς, ὀπωσοῦν βατούς, ὀπόθεν οὐδεμία ὑπῆρχε θέα. Οἰονεὶ σκότος ἠπλοῦτο ἐν μέσῃ ἡμέρα, τῆς ἀγνωσίας τὸ σκότος.

Ἀριστερά, εἰς ἀπόστασιν μιλίου, εἰς τὴν ρίζαν του πρὸς ἀνατολᾶς βουνοῦ, ἔβλεπα ἓν παλαιὸν ἠμιερειπωμένον κτίριον. Ἐκαλεῖτο ὁ Μύλος τῆς Καμινίτσας. Ἦτο παλαιὸς νερόμυλος, ἄχρηστος καὶ ἔρημος τώρα.

Κατ᾿ ἀρχὰς ἔκλαυσα ἀκράτητα. Εἶτα τὰ δάκρυά μου ἐστείρευσαν. Ἠσθανόμην μέγαν φόβον. Προσεπάθουν νὰ εὕρω διέξοδον. Ἐνθυμούμην τὰ «κρούσματα», τὰ ἄλλως «στοιχειά», τὰ ὁποῖα μοῦ ἠπείλησαν τὰ φεύγοντα παιδία. Καὶ ἑπόμενον ἦτο νὰ εὐρίσκοντο πολλὰ εἰς τὸ ἄγριον ἐκεῖνο ρεῦμα. Ὁ τόπος «ἐκρότιζε». Καὶ πᾶς μικρὸς θόρυβος, πνοὴ ἢ θρούς, ἠκούετο μὲ πολλαπλασίαν ἔντασιν.