K᾿ αἱ γυναῖκες πάντοτε ἔκραζον:

– Παναγιά μ᾿! Παναγιά μ᾿!

Ἄχ! ἀπὸ πόσας συμφορὰς πόσον κόσμον νὰ ἔσωσεν ἡ εὐσεβής, ἡ αὐθόρμητος αὔτη κραυγὴ τῶν χριστιανῶν γυναικῶν!

Ὁ δρόμος ἔβαινε πάντοτε ἀνώμαλος κατὰ μῆκος τῶν δειράδων καὶ ποδιῶν τῶν λόφων. Δεξιόθεν ἦτο ἀνήφορος, ἀριστερόθεν κατήφορος, καὶ κρημνός. Διὰ τοῦ κρημνοῦ καὶ τοῦ κατηφόρου ἐκείνου ἔτρεχεν ἔξαλλος ὁ πατήρ μου. Ἐγώ, βλέπων ὅτι ἐσχηματίζοντο δεξιόθεν πολλοὶ ἐξέχοντες ὄχθοι, ἐνῷ ἐκαθήμην ἕως τότε περιβάδην, μετεκάθισα μονόπλευρα ἐπὶ τοῦ σάγματος, δεξιά, καὶ εἰς τὸν πρώτον ὄχθον, ἐπήδησα ἐλαφρὸς καὶ ἐστάθην σῶος καὶ ἀβλαβής.

Πάραυτα ἡ φοράδα ἐσταμάτησε, καὶ ἤρχισε νὰ βόσκῃ ἥσυχα εἰς τὸ χόρτον.

Ὁ πατήρ μου καὶ αἱ συνοδοί μας δὲν ἐφαίνοντο πλέον ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἀλλ᾿ αἱ φωναί των ἠκούοντο.

– Μὴ φοβᾶσθε! Ἐδῶ εἶμαι! Πήδησα κάτω! ἐφώναξα θριαμβεύων ἐγώ.

Εὐθὺς τότε ἔφθασαν ὅλοι πλησίον μου. Ὁ πατήρ μου μόλις ἠδύνατο πλέον νὰ σταθῇ ἀπὸ τὸν κόπον.

– Πῶς ἔκαμες;

Διηγήθην πῶς ἐξεπιάσθηκα τὸ ἀριστερὸ χέρι ἀπὸ τὸ ἀριστερὸ παγίδι, πῶς ἐπιάσθηκα μὲ αὐτὸ τὸ ἴδιο χέρι ἀπὸ τὸ παγίδι τὸ δεξί, πῶς μετέφερα τὸ δεξὶ χέρι πρὸς τὰ ὀπίσω τοῦ σαμαριοῦ, πῶς μετεκάθισα μονόπλευρα ἐπάνω στὸ σαμάρι, καὶ πῶς εἶδα ἕνα μικρὸν ὄχθον κ᾿ ἐπήδησα.