Πολλὰς ὀργυιὰς κάτω, ἡ κοιλὰς διχάζεται εἰς δυό, καὶ τὰ δίδυμα ρεύματα συμβάλλουσιν εἰς ἕνα ποταμόν, ἐκβάλλοντα εἰς τὴν θάλασσαν· τὸ ἄλλο ρεῦμα, πλουσιώτερον πολύ, ἔρχεται ἀπὸ τὴν βρύσιν τῆς Παναγίας τῆς Ζωοδόχου. Ἡ πηγὴ ἐκείνη εἶναι τόσον ἄφθονος, ὥστε, λέγουσιν οἱ βοσκοὶ τοῦ τόπου, ὅταν εἶναι ἀνομβρία, τότε τὰ νερά της πληθύνονται.
Τὰ παιδία, ἡ ἀσυμπαθὴς καὶ ἄστοργος συντροφιά μου, κατέβαινον, ἔτρεχον, ἐχάνοντο· ἐκυλίοντο, οἰονεί, τὸν κατήφορον, κ᾿ ἐκυνηγοῦσαν τὰ καβούρια, μέσα εἰς τοὺς διαφόρους λάκκους τοῦ νεροῦ. Ἔτρεχα, ἐπλανώμην κ᾿ ἐγὼ κατόπιν των. Ἔψαχνα νὰ εὕρω καβούρια.
Μὲ τὸ σήκωμα τῆς πέτρας, ἐθόλωναν τὰ νερά, καὶ τὰ καβούρια ἐκρύπτοντο. Ἂν ἐδοκίμαζα νὰ ἁρπάσω ἓν εἰς τὰ τυφλά, μοῦ ἐδάγκανε τὰ δάκτυλα· ἐπόνουν, τὸ ἄφηνα, κ᾿ ἐκεῖνο ἔφευγε. Νὰ τὸ πιάσω μὲ προφύλαξιν, νὰ φυλαχθῶ ἀπὸ τὰ δυὸ κυκλοτερῆ, μακρὰ στόματά του, δύσκολον ἦτο, ἐπειδὴ δὲν τὸ ἔβλεπα καλά· τὰ νερὰ θολωμένα.
Καθὼς μ᾿ ἐδάγκαναν τὰ καβούρια, οὕτω μὲ ὠνείδιζαν καὶ τὰ παιδία. Δυὸ ἢ τρία ἐξ αὐτῶν, ἄνευ αἰτίας, ἤρχισαν νὰ μὲ «ἀναγορεύουν», ὅπως λέγουν εἰς τὴν γλῶσσαν των, νὰ μὲ προσφωνοῦν δηλαδὴ μὲ ὑβριστικὰ ἐπίθετα. Ἐγὼ ἤρχισα νὰ κλαίω.
Καθὼς μ᾿ ἔφευγαν τὰ καβούρια, οὕτω μ᾿ ἔφυγαν, μετ᾿ ὀλίγον, καὶ τὰ παιδιά. Εἶχαν ἀλλάξει διεύθυνσιν ἔξαφνα, κ᾿ ἐπήγαιναν πρὸς τὰ ἄνω τοῦ ρεύματος. Ἐκεῖνα ἔτρεχαν, ἐγὼ ἔμενα ὀπίσω.
Δυὸ ἐξ αὐτῶν ἦσαν περίπου συνομήλικά μου. Ἄλλοι τρεῖς ἢ τέσσαρες ἦσαν ἀπὸ δώδεκα ἕως δεκατεσσάρων ἐτῶν. Ἤσαν δέ, ὅσον δὲν ἠμποροῦσα νὰ ἐκτιμήσω, πανοῦργοι, παμπόνηροι. Ἐθόλωναν τὰ νερά, ἐστραβοπατοῦσαν, ἔφευγον τρέχοντα. Ὠμοίαζον πολύ μὲ τοῦ ρεύματος τὰ καβούρια.
Ἔτρεχον ἐγὼ ἀπηλπισμένος κατόπιν των.
– Καρτερεῖτε κ᾿ ἐμέ!
Τοῦ κάκου. Ἔτρεχαν, ἔτρεχαν. Δὲν ἠμποροῦσα νὰ τοὺς φθάσω. Ἔκλαιον εἰς μάτην.
– Ἐσὺ δὲν εἶσαι γιὰ νὰ πιάνῃς καβούρια· εἶσαι γιὰ νὰ τρῷς χαράμια!
– Εἶσαι γιὰ τυφλοψώμια!
Ὠνόμαζαν οὕτω τὰ πρόσφορα, τοὺς ἄρτους τοὺς προσφερομένους εἰς τοὺς ναούς. Μὲ ἐμίσουν διότι ἤμην παπαδοπαῖδι. Ἐκεῖνοι ἦσαν τέκνα ναυτικῶν, πορθμέων, ναυπηγῶν, γεωργῶν. Οἱ πατέρες ἐθαλασσοπνίγοντο ἢ ἵδρωναν πολὺ γιὰ νὰ βγάλουν τὸ ψωμί, καὶ οἱ υἱοὶ τὸ εἶχον διὰ καύχημα. Καὶ διὰ τοῦτο ἐμὲ μ᾿ ἐπεριφρονοῦσαν.
– Καρτερεῖτε κ᾿ ἐμένα!
Σελ. 12345678910