Οἱ Σχολαστικοὶ ἐπέμειναν ἰδιαίτερα στὴν διαφορὰ βούλησης καὶ νόησης ὡς δυνάμεων μὲ τὶς ὁποῖες ἡ ψυχὴ μεγαλώνει τὴν σχέση της μὲ τὸν Θεό. Ἡ βούληση σχετίζεται μὲ τὰ ἔργα καὶ τὸ εἶναι γιὰ νὰ ἁπλωθεῖ στὸν ἔρωτα τοῦ Θεοῦ, ἡ νόηση συναντάει τὴν θεία νόηση στὸν ἑαυτό της.

Πρόκειται πάντα γιὰ διαφορὲς προτεραιότητας, ὄχι γιὰ περιφρόνηση ψυχικῶν δυνάμεων ἔναντι ἄλλων, ὅμως ἡ ἱεράρχηση εἶναι σημαντική, γι’ αὐτὸ δύο μεγάλες μοναστικὲς παραδόσεις τὴν ἀνέδειξαν σὲ κεντρικὸ στοιχεῖο τῆς ταυτότητάς τους, οἱ Φραγκισκανοὶ προτάσσοντας τὴν βούληση, οἱ Δομηνικανοὶ τὴν νόηση. Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν ἐπέμεινε τόσο στὴν διαφορὰ ὅσο στὴν συνεργασία τῶν δύο, προτάσσοντας τὴν νόηση.

Ἕνας σπουδαῖος ἅγιος τῆς ἐποχῆς μας, ὁ Σωφρόνιος Σαχάρωφ, προϋποθέτοντας τὴν διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν ζωντανὴ πίστη καὶ τὴν ἐπιδερμικὴ ἀποδοχὴ ὁρισμένων ἰδεῶν, μιὰ προσπάθεια νὰ συμμορφώνεται κατὰ τὸ δυνατὸν ὁ βίος μὲ θρησκευτικὲς ἐπιταγές, στὴν τήρηση ἐθίμων, κ.λπ., ἐξηγεῖ ὅτι ζωντανὴ πίστη, ἡ μόνη ποὺ ἔχει ἀληθινὴ ἀξία, δηλαδὴ διασώζει τὴν ἀνθρώπινη φύση, εἶναι μιὰ νοητικὴ κατάσταση χαρισματική, ὅταν ὁ νοῦς ἀντλεῖ τὸ πιὸ οὐσιῶδες περιεχόμενό του ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ ὄχι ὅπως ἀπὸ κάτι ἐξωτερικό.

Ἡ θεμελιώδης ἑνότητα ὑπάρχει συνεχῶς, ἡ ἐπίγνωσή της εἶναι δυνατὸ νὰ ὑποχωρήσει καὶ μαζὶ οἱ συνέπειές της στὸ σύνολο τοῦ βίου, ὑποχώρηση ποὺ ἔχει ἀποκληθεῖ ἁμαρτία καὶ ἀλλοτρίωση, ὑπαρξιακὸ σφάλμα τοῦ ἀνθρώπου — ὅ,τι ὁ Πλάτων περιέγραφε μὲ τὴν μεταφορὰ τῆς πτώσης τῆς ψυχῆς στὸ χῶμα.

Γίνεται αἰσθητὴ ἡ πτώση; Χωρὶς ἀμφιβολία, ἀρκεῖ νὰ ἔχει ὑπάρξει ὕψωση. Ἂν βιώθηκε ἡ αὐθεντικὴ κατάσταση, ὅταν “ἡ ζωντανὴ πίστη γίνεται αἰσθητὴ ὡς ἐσωτερικὴ ἔμπνευση, ὡς παρουσία τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ μέσα μας”, ὅταν ἀκόμα καὶ ἡ ἁπλὴ ἀνάσα, ἡ “φυσικὴ πνοή μας ταυτίζεται κατὰ κάποιον τρόπο μὲ τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ φέρουμε μέσα μας” (Τὸ Μυστήριο τῆς Χριστιανικῆς Ζωῆς, σ. 126), πῶς θὰ πέρναγε ἀπαρατήρητος ὁ τόσο ἀκραῖος ὑποβιβασμός;

Δὲν γίνεται αἰσθητὴ ἡ πτώση, ἂν ὁ ἄνθρωπος συνήθισε στὴ νέα κατάσταση, συνήθεια ποὺ φαίνεται πὼς εἶναι ὁ κανόνας, ἡ διαφυγὴ ἐξαίρεση, κι ἔτσι δὲν ξενίζει πὼς οἱ πολλοὶ ἀπορρίπτουν μὲ περιφρόνηση ὅ,τι δὲν ὑπάγεται στὸν κανόνα τῆς ἀλλοτρίωσης, κατηγορῶντας τοὺς ἴδιους τοὺς ἁγίους καὶ ἀσκητὲς ὅτι ἀντὶ νὰ ‘χαίρονται τὴν ζωή τους’ ἀσχολοῦνται μὲ παραμύθια, τὸ ‘ὅπιο τοῦ λαοῦ’, ἢ θαυμάζουν τὶς ἐξαιρέσεις μὲ θαυμασμὸ χωρὶς συνέπειες, τιμῶντας τοὺς ἁγίους ἀλλὰ ὡς ἐὰν ἡ ἁγιότητα ἦταν μιὰ πνευματικὴ ‘πολυτέλεια’ καὶ ὄχι φυσιολογικὴ κατάσταση γιὰ ὅλους. Οἱ ἔτσι τιμῶντες τοὺς ἁγίους ἀγνοοῦν πὼς ἔχουν ἐπιλέξει νὰ παραμείνουν κάτι λιγώτερο ἀπὸ ἄνθρωποι.

Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ γίνονται καλύτερα ἀντιληπτὲς οἱ κατ’ οἰκονομίαν ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ ἀποδοχῆς τῆς στρατιωτικῆς ἄμυνας μέχρι εὐλογίας τοῦ γάμου. Σκοπούμενο τῆς Ἐκκλησίας παραμένει ἡ συγκέντρωση τῆς διασκορπισμένης βούλησης καὶ ἡ ἀναζωογόνηση τοῦ νοῦ. Ὁ Πορφύριος συμβουλεύει, “Μακριὰ ἀπ’ ὅλους κι ἀπ’ ὅλα! Νὰ δουλεύεις, νὰ προσεύχεσαι, καὶ νὰ σὲ βλέπει μονάχα ὁ Θεός” (Τὸ Μυστικὸ εἶναι ἡ Εὐχαριστία, σ. 128).

Μερικοὶ ἀποδέχονται δῆθεν τὸ Εὐαγγέλιο ἀλλὰ ὄχι τοὺς Πατέρες ποὺ ἐξηγοῦν τὸ Εὐαγγέλιο, μεταγράφουν τοὺς ὅρους του στὶς συνθῆκες τῶν ἐποχῶν καὶ ἀναδεικνύουν τὴν εὐθύνη καθενὸς νὰ φέρει τὸν βίο του στὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου γιὰ νὰ δοκιμαστεῖ καὶ νὰ προοδεύσει. Θὰ βοηθοῦσε ἂν πρόσεχαν περισσότερο τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ τότε δὲν θὰ δυσκολεύονταν νὰ διαπιστώσουν ὄχι μόνο ὅτι τὸ ἕνα βρίσκεται μέσα στὸ ἄλλο, ὥστε ἢ δέχεται κανεὶς μαζὶ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τοὺς Πατέρες, ἢ τίποτα, ἀλλὰ ἐπίσης ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο δὲν εἶναι κἂν στὶς διατυπώσεις του λιγώτερο ὀξὺ ἀπὸ τοὺς Πατέρες: