Ἔ­χου­με τὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη ὅ­πως θη­σαυ­ρὸ προ­σω­πι­κῶν ἀ­να­μνή­σε­ων, βι­βλίο ἐ­νερ­γὸ ἀ­κό­μη κι ὅ­ταν πα­ρα­μέ­νει κλει­στό, ἐ­φό­σον πε­ρι­θάλ­πει τὴν συ­νεί­δη­σή μας ἔ­στω μό­νο διὰ τῆς ἐπιγνώσεως ὅτι ἐ­κεῖ σώ­ζε­ται δι­αρ­κῶς κά­τι τό­σο δι­κό Του, ὅσο τὰ λό­για Του, οἱ Μα­θη­τές Του, συ­ναι­σθή­μα­τα, σκέ­ψεις καὶ ἐ­πι­θυ­μί­ες Του. Δι­α­βά­ζον­τας δὲν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­με ἀ­φη­γή­σεις ὡς μα­κρι­νοὶ θε­α­τές, ἀλ­λὰ πλη­σι­ά­ζου­με κον­τά Του — στὸν πιὸ δι­κό μας ἑ­αυ­τό, στὴν σχέ­ση ποὺ μᾶς ὁ­ρί­ζει μέ­σα σὲ καὶ πέ­ρα ἀπὸ κά­θε ἄλ­λη σχέ­ση.

Ἐπὶ τῆς θε­με­λι­α­κῆς αὐ­τῆς προσ­λή­ψε­ως τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης ὡς Χώ­ρου, ὅ­που προ­σερ­χό­μα­στε ἀ­να­μέ­νον­τας μιὰ με­γά­λη βο­ή­θεια στὴν προσ­δο­κία νὰ ἀ­να­κτη­θεῖ ἡ πιὸ προ­σω­πι­κὴ σχέ­ση καὶ ἀ­λή­θευ­σή μας, συμ­βαί­νουν ἐν­δι­ά­με­σες ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σεις, προ­σπά­θει­ες νὰ στο­χα­στοῦ­με ἐ­πι­μέ­ρους προ­βλή­μα­τα, κλπ.

Εἶ­ναι κα­λὸ νὰ ἀ­νοί­γου­με τὶς Γρα­φὲς ἔ­χον­τας συγ­κε­κριμ­μέ­να ἐ­ρω­τή­μα­τα κά­θε φο­ρά, μέ­σα ἀπὸ τὶς ἀ­νάγ­κες τους δι­α­μορ­φώ­νον­τας τὴν ἀ­νά­γνω­ση μὲ ἔν­τα­ση καὶ μο­να­δι­κό­τη­τα. Ἀλ­λὰ μπο­ροῦ­με ἐ­πί­σης νὰ δι­α­βά­ζου­με δύο ἢ τρία κε­φά­λαια τὴν ἡ­μέ­ρα, ἔ­στω μό­νο γιὰ νὰ ἔρ­χε­ται ἡ σκέ­ψη μας στὸν Χῶ­ρο της, εἴ­τε πρὶν ἀπὸ τὸν ὕ­πνο νὰ ξε­φυλ­λί­ζου­με ἕως ὅ­του κά­ποια φρά­ση δι­α­κρι­θεῖ κά­νον­τας μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐν­τύ­πω­ση, ὥ­στε νὰ τε­λει­ώ­σου­με τὴν ἡ­μέ­ρα μας σκε­πτό­με­νοι τὶς Ση­μα­σί­ες της.

Οἱ δυνατότητες πολλές, καὶ σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση πρω­τεύ­ει ὅ,τι ση­μαί­νει ἡ Λει­τουρ­γία στὰ λό­για Σο­φία ὀρ­θοὶ ἀ­κού­σω­μεν: τὸ κεί­με­νο δὲν θὰ φα­νε­ρώ­σει τὴν πιὸ οὐ­σι­ώ­δη ἀ­ξία του, ἐ­κτὸς ἂν ἐ­πι­τρέ­ψου­με νὰ ἀ­νορ­θώ­σει τὸν νοῦ μας πέ­ρα ἀπὸ κά­θε ἐ­πι­μέ­ρους ἐ­ρώ­τη­μα καὶ ἀ­πάν­τη­ση.

 

Γραμ­μα­τι­κά, συν­τα­κτι­κὰ ἢ λε­ξι­λο­γι­κὰ δὲν ἔχω ἐ­πέμ­βει στὸ κεί­με­νο, ἀκολουθῶντας τὴν ἔκδοση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντι­νου­πό­λεως (1904/12) καὶ τῶν ἑλληνόφωνων Ὀρθόδοξων Ἐκκλησιῶν, μὲ τὶς διορ­θώ­σεις ποὺ εἰσέφερε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος,[1] ἀλλὰ εἶμαι ὑπεύ­θυ­νος γιὰ τὸν συγ­κε­κριμ­μέ­νο δι­α­χω­ρι­σμὸ σὲ πα­ρα­γρά­φους. Θὰ τὴν σε­βό­μουν, ἂν εἶ­χε ἐ­πι­κρα­τή­σει κι ἐδῶ κά­ποια μορ­φή, ὅ­μως δὲν ἔχει, ἴ­σως διότι τὰ χει­ρό­γρα­φα παραδίδουν κε­φά­λαια χω­ρὶς πα­ρα­γρά­φους.