_______________________

Ἀκολουθῶντας τὴν ‘κριτικὴ’ ἔκδοση εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ εἰκάσουμε ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τῆς ὀργῆς, ἡ διάκριση μεταξὺ καλῆς καὶ κακῆς ὀργῆς, δὲν ἀνήκει στὸν συγγραφέα τοῦ πρώτου Εὐαγγελίου, ἀλλὰ προσετέθη ἀργότερα στὸ κείμενο — κι αὐτὸ ἀπὸ μόνο του, ὅπως εἴπαμε, δὲν δημιουργεῖ πρόβλημα, ἐφόσον τὴν ‘ἐπηυξημένη’ ἐκδοχὴ ἀποδέχεται ἡ κοινή μας ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση. Ἐκεῖνο ποὺ θέλουμε νὰ σκεφτοῦμε τώρα, εἶναι ἡ σημασία τοῦ προσδιορισμοῦ, μὲ τὴν ‘κριτικὴ’ ἔκδοση νὰ ἀπαγορεύει ἀπολύτως ἕνα συναίσθημα τὸ ὁποῖο στὸ κείμενο τῶν Ὀρθόδοξων Ἐκκλησιῶν δὲν ἀπορρίπτεται παρὰ μόνο ὑπὸ προϋποθέσεις.

Σκε­πτό­με­νοι τὴν ση­μα­σία τῆς ‘προ­σθή­κης’, ἔ­στω καὶ συγκαταβαί­νον­τας ὅτι πράγματι συ­νέ­βη προ­σθή­κη, ἔ­χου­με τὴν δυ­να­τό­τη­τα καὶ νὰ δι­ορ­θώ­σου­με τὸ κεί­με­νο ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦν οἱ Ἐκ­κλη­σί­ες προ­τεί­νοντας ἀ­φαί­ρε­ση τοῦ ἐ­πιρ­ρή­μα­τος, ὄχι κυ­ρί­ως μὲ φι­λο­λο­γι­κὰ ἀλ­λὰ μὲ ση­μα­σι­ο­λο­γι­κὰ κρι­τή­ρια, ὥ­στε ἐν και­ρῷ, συ­νε­κτι­μῶν­τας καὶ τὰ φι­λο­λο­γι­κὰ κρι­τή­ρια καὶ τὴν χρή­ση τοῦ κει­μέ­νου ἀπὸ τοὺς Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει σχέ­ση, ἡ κοι­νή μας ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ συ­νεί­δη­ση ὁδηγηθεῖ ἴ­σως στὴν ἐγκα­τά­λειψη τοῦ ἐ­πιρ­ρή­μα­τος.

Πρὸς τὸ παρόν, ἡ Καινὴ Διαθήκη τῶν Ὀρθόδοξων Ἐκκλησιῶν δὲν ἐξοβελίζει τὴν ὀργὴ πλήρως ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο βίο, ἐξοβελίζει μόνο τὸ παράλογο, κρατῶντας τὴν ὀργὴ ὡς ἔλλογη ὁρμή, ἰσχὺ μὲ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἀποστρέφεται τὸν σκοτεινό του ἑαυτό. Ἡ προτεινόμενη ἀπὸ τὴν ‘κριτικὴ’ ἔκδοση ἀφαίρεση ὁδηγεῖ στὸν ἄνθρωπο ποὺ δὲν ὀργίζεται ποτὲ γιὰ κανένα λόγο.

Εὔ­κο­λα κα­τα­λα­βαί­νου­με πό­σο ἀ­ταί­ρι­α­στο εἶ­ναι αὐ­τὸ ὄχι μό­νο γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο, ἀλ­λὰ γιὰ τὸν ἴ­διο τὸν Θεό, ποὺ μπῆ­κε στὴ συ­να­γω­γὴ καὶ πέ­τα­ξε ὅλα τὰ τρα­πέ­ζια καὶ τὰ εἴ­δω­λα ἐδῶ κι ἐ­κεῖ, ὅ­πως ση­μει­ώ­νει ὁ Σά­λιν­τζερ στὸ δι­ή­γη­μα Φρά­νυ καὶ Ζούι, θυ­μί­ζον­τας ὅτι ὁ Χρι­στὸς τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης δὲν ἔ­χει καμ­μιά σχέ­ση μὲ δι­ά­φο­ρες γλυ­κα­νά­λα­τες φι­γοῦ­ρες τοῦ μο­νί­μως πρά­ου δι­δά­σκα­λου, ἀπ’ ὅ­που προ­ῆλ­θε ἡ ἀ­νά­λο­γη ἀ­πο­κρου­στι­κὴ πρα­ό­τη­τα τῶν ἱ­ε­ρέ­ων καὶ ἄλ­λων ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν ‘ἐ­πι­σή­μων’, γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους ὁ ἥ­ρω­ας στὸν Φύ­λα­κα στὴν Σί­κα­λη δι­καί­ως ἀ­πο­ρεῖ: