Ὁποιαδήποτε σχέση μὲ τὸ ἱερὸ κείμενο θεμελιώνεται στὴν ποιότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ὅπου πληροφορεῖται κανεὶς γιὰ τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξη τῶν Γραφῶν. Ἡ ἀναφορά μας πρὸς ὅλα, μὲ πιὸ κρίσιμες καὶ πρωταρχικὲς τὶς προσωπικὲς ἢ ἐν δυνάμει προσωπικὲς σχέσεις, καθορίζει στὰ πλέον οὐσιώδη τὴν ποιότητα μὲ τὴν ὁποία προσεγγίζεται τὸ ἱερὸ κείμενο. Στὴν πρώτη ἐπιστολὴ τοῦ Ἰωάννη (4.20) ἡ κυριότητα αὐτὴ θεωρεῖται προφανής: ὁ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν ὃν ἑώρακε, τὸν Θεὸν ὃν οὐχ ἑώρακε πῶς δύναται ἀγαπᾶν; Παρομοίως γιὰ τὴν σπουδὴ τῆς Βίβλου — ἡ ποιότητα τοῦ προσωπικοῦ βίου καθορίζει τὴν ποιότητα τῆς σπουδῆς τοῦ κειμένου, πέρα ἀπὸ ὅσα δύναται νὰ συναγάγει ἀπὸ μόνη της μιὰ πειθαρχημένη εὐφυΐα.
Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο γίνεται ἀντιληπτὴ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ κειμένου ποὺ ἡ Ἐκκλησία χωρὶς κἂν ἐπίσημες ἀνακηρύξεις χρησιμοποιεῖ ὡς αὐθεντικό, καὶ τῶν κειμένων τὰ ὁποῖα διάφοροι φιλόλογοι ζητοῦν νὰ ἑδραιώσουν ὑπὸ τὸν πομπώδη ὅρο τῆς ‘κριτικῆς’ ἔκδοσης, ὡς ἐὰν ἡ ζωὴ καὶ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἄκριτη. Φανερώνεται ἐκπληκτικὴ ἡ ἀκρισία τῶν ἴδιων τῶν ὑποτιθέμενων ‘κριτικῶν’ καὶ ‘φιλολόγων’, οἱ ὁποῖοι δὲν διερωτήθηκαν πόσο μπορεῖ νὰ ἁρμόζει στὴν μελέτη τῆς Βίβλου ὁ προερχόμενος ἀπὸ τὶς κλασικὲς σπουδὲς συγκεκριμμένος ὅρος καὶ τρόπος.
Σελ. 123456789101112