Ὁ Κορτὼ τὰ κάνει ξανὰ θάλασσα, ἐφόσον ἡ ἀπόδοση τοῦ advocated μὲ τὸ συνιστοῦσαν (συνιστούσαν μια τελείως απίστευτη μέθοδο προσευχής) τὸν ἐμποδίζει νὰ συνυπολογίσει τὸ sort of, ἔτσι ἀποσιωπῶντας τὸν δισταγμὸ τῆς Φράνυ, ὅτι ὁ τρόπος τῶν μοναχῶν τῆς Φιλοκαλίας ὣς ἕνα τοὐλάχιστον βαθμὸ διαφεύγει ἀπὸ τὴν περιγραφή της.

Ὁ Ἀλάτσης τὸ ἀποδίδει πιὸ σωστά: προπαγανδίζουν, σὰ νὰ λέμε, αὐτὴ τὴν πραγματικὰ ἀπίστευτη μέθοδο προσευχῆς.”

Τὰ παιδιά, ὅπως μεταφράζει ὁ Κορτώ, ἀπευθύνονται στὸν περιπλανώμενο προσκυνητὴ λέγοντας ‘Αγαπητὲ ζητιάνε!’, ἐνῷ στὴ μετάφραση τοῦ Ἀλάτση, ‘Καλὲ ζητιανάκο!’ Στὸ πρωτότυπο, ‘Dear little beggar!

Ἔχοντας περιφρονήσει τὸ little ὁ Κορτὼ ἀδυνατεῖ νὰ χρωματίσει μὲ τὴν ἐννοιά του τὸ ἴδιο τὸ dear, ὁδηγούμενος σὲ συμβατικὴ προσφώνηση ἀντὶ γιὰ παιδικὴ πρόσκληση.

Ἡ “considerably more than passing resemblance” (σ. 45/43/56) δὲν εἶναι “μάλλον υπολογίσιμη παρά συμπτωματική” (Κορτὼ) ἀλλὰ σημαντικὰ μεγαλύτερη ἀπὸ φευγαλέα (Ἀλάτσης).

Τὸ πρωτότυπο τονίζει τὴν ἀοριστία μιᾶς οὐσιώδους ταύτισης, ὄχι τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο θὰ χρειαζόταν ἴσως νὰ τὴν προσεγγίσουμε.

Περαιτέρω διαφθορὰ τοῦ νοήματος συμβαίνει, ἐφόσον συμπτωματικὸ καὶ ἀνυπολόγιστο κακῶς θεωροῦνται ὡς ταυτιζόμενα. Στὸ πρωτότυπο τὸ ἐπίρρημα δὲν ἀντιτίθεται στὴν τυχαιότητα ἀλλὰ δείχνει τὸ μέγεθος τῆς ὁμοιότητας.

Δὲν θὰ ἐπεκταθῶ σὲ περισσότερα, ἄφθονα τὰ παραδείγματα ἀλλὰ πιστεύω πὼς ἔγινε ἤδη φανερὸ πὼς ἡ ἔκδοση Ἐπίκουρου, μὲ ὅλα τὰ προβλήματά της, ὑπερέχει μὲ διαφορὰ ἀπὸ τοῦ Καστανιώτη. Ἡ ἀνακάλυψή της δῶρο γιὰ τὸ νέο ἔτος ποὺ κάλλιστα θὰ μποροῦσε νὰ μὴ μοῦ ἔχει δοθεῖ.

Ἀγνοῶ ἂν ὁ Καστανιώτης πῆρε ἀποκλειστικὰ δικαιώματα, κι ἐλπίζω πὼς ὄχι, ὥστε νὰ ἔχουμε δυνατότητα νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὴν κακοτεχνία τοῦ Κορτὼ μὲ τὴν ἐπανέκδοση, ἔστω καὶ χωρὶς διορθώσεις!, τῆς μετάφρασης τοῦ Ἀλάτση.

Μέχρι νὰ συμβεῖ αὐτό, ὁ ἐνδιαφερόμενος ἂς γυρίσει τὰ παλαιοβιβλιοπωλεῖα προσδοκῶντας τὸ ἴδιο δῶρο, κι ἔπειτα ἂς θυμηθεῖ νὰ πάρει τὸ μολυβάκι του γιὰ νὰ προσθέσει ἐκείνη τὴ φράση στὴ σ. 29:

“I’m ashamed of it. I’m sick of it. I’m sick of not having the courage to be an absolute nobody. I’m sick of myself and everybody else that wants to make some kind of a splash…”