Ἀπὸ τὰ στοιχεῖα

Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ Ἔντουαρντ Λούτουακ εἰδικεύεται σὲ ζητήματα πολεμικῆς στρατηγικῆς καὶ ἔχει ἐργαστεῖ ὡς σύμβουλος ἐθνικῆς ἄμυνας τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Στὸ πρόσφατο βιβλίο του, Ἡ Μεγάλη Στρατηγικὴ τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, θέτει ἐρώτημα ὄχι πρωτοφανὲς ἀλλὰ πάντα ἐνδιαφέρον: πῶς μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ τόσο μεγάλη ἀντοχὴ τοῦ Βυζαντίου, κυκλωμένου διαρκῶς ἀπὸ ἐχθρούς, συχνὰ πιὸ ἰσχυρούς, ὑφιστάμενου τὴν μία ἐπίθεση μετὰ τὴν ἄλλη; Πολὺ συνοπτικά, σύμφωνα μὲ τὸν Λούτουακ τὴν βυζαντινὴ ἰσχὺ ὑποστήριζαν κυρίως οἱ στρατηγικὲς ἱκανότητες, ὅπου συνεργάζονταν πληροφόρηση καὶ ἀνάλυση, διπλωματία, ἀνοιχτὸ μυαλὸ καὶ στρατιωτικὴ δύναμη, καὶ μαζὶ ὁ ὑψηλὸς πολιτισμός, εὐνοῶντας κοινωνικὴ συνοχὴ καὶ φρόνημα. Δὲν θὰ σταθῶ σὲ αὐτά, γιατὶ θὰ ἤθελα νὰ ἀπομονώσω μία φράση ἀπὸ συνέντευξη ποὺ ἔδωσε ὁ συγγραφέας, ἡ ὁποία ἀφορᾶ ἰδιαίτερα στοὺς σημερινοὺς Ἕλληνες. Μι¬λῶντας γιὰ τὴν σχέση τῶν Βυζαντινῶν μὲ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα ὁ Λούτουακ ὑπέδειξε νὰ μὴ φαντάζεται κανεὶς ὅ,τι συμβαίνει στὴν σημερινὴ Ἑλλάδα, ὅπου καυχῶνται πὼς κατάγονται ἀπὸ τοὺς Ἀρχαίους κλπ, γιατὶ οἱ Βυζαντινοὶ εἶχαν ἔμπρακτη ἐπαφὴ μὲ τὴν ἀρχαιότητα, χαίρονταν μὲ τὰ ἀρχαῖα γράμματα — delight, ὁ ὅρος ποὺ χρησιμοποίησε, δηλαδή, ἡδονή, μεγάλη ἀπόλαυση καὶ εὐτυχία.

Καταλαβαίνουμε ἄραγε τί σημαίνει αὐτό; Ἐπικρίνοντας τὴν σημερινὴ Ἑλλάδα ὁ Λούτουακ δὲν σκέφτεται τὸν Ἐλύτη ἢ τὸν Συκουτρῆ, οὔτε ὅσους σφυριγμένους ἢ ἄσχετους ἀπορρίπτουν τάχα τὸν βυζαντινὸ πολιτισμὸ ἐξυμνῶντας ἕνα μεγαλεῖο τῶν Ἀρχαίων ποὺ ἀσφαλῶς ἀγνοοῦν — ἡ σύγκριση ἀφορᾶ στὴν κυβέρνηση, θυμίζοντας πὼς ἡ πολιτικὴ τῶν Βυζαντινῶν ἀντλοῦσε γνώση καὶ ἔμπνευση ἀπὸ τοὺς Κλασικούς, καὶ ἀκόμη ἀφορᾶ στὴν ἴδια τὴν κοινωνία, ὅτι ὑπῆρχε μεγάλη ἀγάπη γιὰ τὰ γράμματα, ὥστε τὰ ἀρχαῖα κείμενα ἀντιγράφονταν κατὰ χιλιάδες, ἀπ’ ὅπου διασώθηκαν ὣς τὶς ἡμέρες μας.

Ἂν οἱ Βυζαντινοί, μὲ τὰ τεχνικὰ μέσα τῆς ἐποχῆς, ἐπιτέλεσαν τὸ ἔργο αὐτό, στὴν περίπτωση ποὺ ὑπῆρχε στὴν σημερινὴ Ἑλλάδα ἕνα τρίτο τῆς ἀγάπης ποὺ τὸ Βυζάντιο εἶχε γιὰ τοὺς Ἀρχαίους, τί θὰ συνέβαινε; Ἀντὶ γι’ αὐτό, ἀντλοῦμε τὰ κείμενά μας ἀπὸ τὴν Δύση, εἰσάγοντάς τα γιὰ τὶς ἀνάγκες ἀνιαρῆς μελέτης ἱδρυμάτων ταγμένων στὸ ἀναμάσημα εἰσαγόμενων θεωριῶν, καὶ δὲν ἔχουμε ἀξιωθεῖ οὔτε τὴν Πατρολογία τοῦ Migne νὰ ἀντιγράψουμε, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ τὸ κάνει καί αὐτὸ ἕνας παπᾶς μόνος του, ὑπὸ τὴν γενικὴ ἀδιαφορία τοῦ κράτους, τοῦ Κλήρου, καὶ περίπου ὅλης τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας.