Ἀπὸ τὴν Κιβωτό

Οἱ σύντομες, ἀνέκδοτες ἀπὸ τὸν ἴδιο, σημειώσεις τοῦ Καστοριάδη γιὰ τὸν ποιητικὸ λόγο[1] ἀρχίζουν μὲ ἕνα σχόλιο γιὰ τὸ ποίημα τῆς Σαπφοῦς, δέδυκε μὲν Σελάννα καὶ Πληΐαδες· μέσαι δὲ νύκτες, παρὰ δ’ ἔρχετ’ ὥρα, ἔγω δὲ μόνα κατεύδω.[2] Μὲ ἀβέβαιη προέλευση, ἀκόμη καὶ ἔκταση, τὸ ποίημα “γοήτεψε ἐπὶ αἰῶνες τοὺς ἀνθρώπους,” πληροφορεῖ ὁ Σκιαδᾶς, εἶναι “τὸ πιὸ γνωστὸ ποίημα τῆς ἀρχαϊκῆς λυρικῆς ποιήσεως”.[3] Ὁ Σκιαδᾶς τὸ δέχεται ὡς γνήσιο, ὅμως τὸ ζήτημα τῆς γνησιότητας δὲν ἐνδιαφέρει γιὰ ὅσα σκεφτόμαστε τώρα.[4]

Ἡ Σελήνη ἔδυσε καὶ ἡ Πούλια· εἶναι μεσάνυχτα, ἡ ὥρα περνᾶ, κι ἐγὼ κοιμᾶμαι μόνη.

[1] “Ἐκφραστικὰ μέσα τῆς ποιήσεως. Μερικὲς σημειώσεις,” μτφρ. Κ. Σπαντιδάκης, Νέα Ἐστία, τ. 1722, Ἀθήνα 2000, σ. 527 κ.ἑ.

[2] PMG 168b v. Θὰ δοῦμε στὴ συνέχεια τὴν μετάφραση.

[3] Ἀρχαϊκὸς Λυρισμός, τ. 2, Ἀθήνα 1981, σ. 224.

[4] Ὄχι μὲ ἀκλόνητα ἐπιχειρήματα: “ἡ ἔκφραση μοιάζει μὲ ἄλλα ποιήματά της, ὁ τόνος […] φανερώνει ἕνα παράπονο καὶ μιὰ διακριτικὴ πίκρα — κάτι παρόμοιο μὲ κεῖνο ποὺ συναντᾶμε στὰ ἀποσπάσματα”.

Σύμφωνα μὲ τὸν Καστοριάδη ἡ ἀπόδοση αὐτὴ ἀφήνει στὴν σκιὰ τὶς σημασίες τῆς ὡριμότητας / ἀκμῆς καὶ τῆς ἐποχῆς. Μάλιστα τὴν σημασία τῆς ἐποχῆς τονίζει ἡ πρὶν ἀπὸ τὰ μεσάνυχτα δύση τῶν Πληιάδων, ἡ ὁποία συμβαίνει τὴν Ἄνοιξη. “Ἡ κορύφωση τῆς ἔντασης τοῦ ποιήματος εἶναι ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ λέξη [ἡ ὥρα], ποὺ συνδυάζει περισσότερες τῆς μίας σημασίες […] τὴν ἐποχὴ τοῦ ἔτους, τὴν ἄνοιξη — τὸ νέο ξεκίνημα τοῦ χρόνου μετὰ τὸν χειμώνα, τὴν ἐποχὴ τῶν ἐρώτων —, τὴν ὥρα ποὺ παρέρχεται καὶ τὴ νεότητα τῆς Σαπφοῦς ποὺ μάταια ἀναλώνεται, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει κανεὶς στὸ κρεβάτι της.” Σύμφωνα μὲ τὸν Καστοριάδη οἱ ἀντικειμενικὲς προϋποθέσεις τῆς κατανόησης εἶναι δυσεύρετες ὅσο ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα. Τρέχα γύρευε ποιὸς γνωρίζει ἂν οἱ Πληιάδες δύουν πρὸ μεσονυκτίου μόνο τὴν Ἄνοιξη… Ἡ σημασία τῆς ὥρας περιέχει καὶ στὰ σημερινὰ Ἑλληνικὰ τὴν ἀκμή, τὸν κατάλληλο καιρό, τὴν ὡριμότητα (‘εἶναι ὥρα νὰ κάνεις τὸ ἑξῆς,’ εἶναι ἡ ‘ὥρα τους γιὰ γάμο,’ κ.λπ.), ἀκόμη καὶ τὴν ἐποχή (ὧρες τοῦ ἔτους, παράδειγμα ποὺ ἐπικαλεῖται ὁ Καστοριάδης, προερχόμενο ἀπὸ τὸ Βυζάντιο), ὅμως εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ ἀφηρημένη ροὴ τοῦ χρόνου. Αὐτό, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἀστρονομικὴ ἄγνοια θὰ ἐμπόδιζε ἀπόδοση τοῦ ποιήματος, ὅπως ἐκείνη ποὺ προτείνει ἐν τέλει ὁ Καστοριάδης παρατάσσοντας ὅλες τὶς σημασίες στὴν ἐπιφάνεια: ἡ Σελήνη καὶ οἱ Πλειάδες ἔδυσαν, / εἶναι μεσάνυχτα· ἐποχή, ὥρα, νιότη / παρέρχονται κι ἐγὼ κοιμᾶμαι μόνη. Ὅμως ἔτσι ἡ λυρικὴ ἐξομολόγηση σχεδὸν καταντάει ἀπρόσωπο γνωμικὸ καὶ δίνει τὴν χαριστικὴ βολὴ στὸ ἤδη τραυματισμένο νόημα.

Μήπως ἡ προσπάθεια νὰ ἀναχθεῖ τὸ ποίημα καθοριστικὰ σὲ περιστάσεις τὸ ἀδικεῖ; Διότι, ἂν δὲν γινόταν νὰ κατανοηθεῖ παρὰ μόνο ἀπὸ τοὺς ψαράδες καὶ τοὺς βοσκοὺς τῆς Ἑλλάδας τοῦ 6ου αἰῶνος π.Χ., πόσο μεγάλη θὰ ἦταν ἡ σπουδαιότητά του; Ἄλλωστε τὴν ἐποχὴ ποὺ γράφει ἡ Σαπφὼ οἱ Ἕλληνες δὲν ἔχουν ἀκόμη υἱοθετήσει τὴν αὐστηρὴ διαίρεση τῆς ἡμέρας σὲ 24 ὧρες (αὐτὸ θὰ συμβεῖ τὸν καιρὸ τοῦ Ἀλέξανδρου), ὁπότε τὰ ‘μεσάνυχτα’ περιέχουν μιὰ ἀπροσδιοριστία. Πιστεύω πὼς ἀξίζει οὕτως ἢ ἄλλως νὰ σκεφτεῖ κανεὶς τί μπορεῖ νὰ συγκίνησε τόσες γενιές.

Αρχική σελίδα


Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή)