Ἁπαλότητα καὶ εὐγένεια δὲν λείπει ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Ντράγιερ, ἀλλὰ ἴσως μοιάζει νοθευμένη ἢ ἑτοιμόρροπη, ἐπειδὴ στὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ταινίας περιφέρεται νοσηρὰ ὁ Ἰωάννης, θλιβερὸ κακέκτυπο τοῦ Ἰησοῦ.

Μειονεξία ὅμως ἢ ‘νοθεία’ πραγματικὴ ὑπάρχει ἀλλοῦ, καὶ εἶναι ἰδιαίτερα ἀποκρουστική, στὴ ‘μεταμόρφωση’ τῆς Ἴνγκερ, ἡ ὁποία ἐπιστρέφει στὸν βίο μὲ σχεδὸν βαμπιρικὴ ὁρμή.

Κοινὸς τόπος γιὰ ὅσους ἔζησαν, ἔστω πολὺ σύντομη, μιὰ μετάβαση στὴν ἄλλη ζωή, ὅτι μόνο χαρὰ καὶ ἱκανοποίηση δὲν συνοδεύει τὴν ἐπιστροφὴ ἐδῶ.

Ἔτσι, γιὰ παράδειγμα, ὁ Συμεὼν θρηνεῖ ἀπροκάλυπτα,

πάλι μ’ ἔβαλε νὰ ζῶ καὶ νὰ εἶμαι / μ’ ὅσους κάθονται στὸ σκοτάδι, / ἐμένα, ποὺ εἶχα ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ σκοτάδια, / σὲ κάθειρξη μαζί τους, / μ’ αὐτοὺς ποὖναι στὸ βάλτο…” (Ὕμνοι Θείων Ἐρώτων, σ. 86), κι ἔτσι ὁ Πορφύριος:

“κάποτε εἶχα πεθάνει γιὰ λίγο. Εἶχα πάει στὸν ἄλλο κόσμο. Εἶδα τὶς ὀμορφιὲς ποὺ ὑπάρχουν ἐκεῖ. Δὲν ἤθελα νὰ φύγω· στενοχωρέθηκα ποὺ γύρισα πίσω…” (Τὸ Μυστικὸ εἶναι ἡ Εὐχαριστία, σ. 170).

Ὁ λόγος τοῦ Ντράγιερ τελειώνοντας ἀποκαλύπτει γιὰ τὴ φύση τῆς Ἐκκλησίας του ὅτι ριζώνει στὴν ἄγρια λαχτάρα γι’ αὐτὴν ἐδῶ τὴν ζωή, μὲ τὸν Θεὸ νὰ ἀπομακρύνεται, ὑπερβατικὴ πηγὴ ἐντολῶν καὶ βιοτικῆς ἰσχύος, τίποτα πράγματι περισσότερο ἀπὸ ἄκρως ἰσχυρὸ ἐργαλεῖο.