Ὡς ἐπικράτεια τῆς λέξης ἡ Μπόργκενσγκωρ ἐπιτρέπει τὴν παράνοια σὰν μιὰ δυνατότητα ἐσωτερικῆς βαθειᾶς πλαστοπροσωπίας ἀντίστοιχης στὴ μεγαλύτερη δυνατὴ ἀκυρολεξία.

Πρωταρχικὰ ὑπαρξιακό, τὸ γλωσσικὸ σφάλμα ἀποκοιμίζει τὴ συνείδηση, γίνεται ἀσπίδα ποὺ ἀναχαιτίζει τὸν Λόγο, ὥστε ὁ ἄνθρωπος χάνει ἀκόμη καὶ τὴν ἐλπίδα, ἐφησυχάζοντας στὴν ἴδια τὴν ἀρρώστια.

Παράδοξη μαριονέτα ὁ Ἰωάννης περιφέρεται κινῶντας τὰ νήματα τοῦ βίου του χωρὶς ἐντολὴ ἀπὸ ἔξω, ἀλλὰ ἔχοντας ὁ ἴδιος τὴν καρδιά του σὰν ξένη.

Ὁ Ἰωάννης ὣς ἕνα βαθμὸ προβλέπει τὸ μέλλον, καὶ ἀντιλαμβάνεται συμβαίνοντα ἀόρατα γιὰ τοὺς πολλούς, ὅπου μᾶλλον ἔχει τὴν κύρια ἀφορμή της ἡ παραφροσύνη τῆς πλαστοπροσωπίας, τὴν ὁποία ὁ πατέρας του ἀστόχαστα καὶ ἀπνευμάτιστα ἀποδίδει στὴν μελέτη τοῦ Κίρκεγκωρ!

Προβλέποντας ἀκόμα καὶ τὴ μετάβαση μιᾶς ψυχῆς, γνωρίζοντας χωρὶς ἀμφιβολία ὅτι θὰ τὴν ἀναστήσει ὁ ἴδιος, ἐνῷ ἔχει ἀφοσιωθεῖ στὸ θεῖο θέλημα κι ἔχει φθάσει σὲ μιὰ ἁγνότητα, δὲν εἶναι δύσκολο ἢ παράδοξο νὰ ὑποχωρεῖ σὲ ἄκυρη συνείδηση, συγχέοντας τὴν ταυτότητά του μὲ τοῦ Ἰησοῦ.

Ἡ ταινία δὲν ἐπινοεῖ κάτι ἀνύπαρκτο, σχολιάζει ὑπαρκτὲς περιπτώσεις, γιὰ τὴ φύση τῶν ὁποίων οἱ Πατέρες εἰδοποιοῦν ἤδη ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς χριστιανοσύνης.

Προστατεύει ἀπὸ περιττὴ ταλαιπωρία ὁ θεσμὸς τοῦ Γέροντα, ἐν γένει ἀπὼν στὸν προτεσταντικὸ χῶρο, ὅπου ὁ πιστὸς ἀφήνεται στὴ μεγαλύτερη δυνατὴ ἀμεσότητα τῆς θείας πρόνοιας ἀπροσδιόριστης, μὲ τὸν πραγματικὸ κίνδυνο ὅμως νὰ μὴν εἶναι οὔτε μεγαλύτερος οὔτε μικρότερος.

Ὁ Ντράγιερ χρησιμοποιεῖ τὴν εἰρωνία, γιὰ παράδειγμα ὅταν ὁ γιατρὸς κομπάζει μὲ ἀφορμὴ τὴ θεραπεία τῆς Ἴνγκερ, ἀγνοῶντας πὼς ἡ ἀσθενής του ἤδη πέθαινε.

Ἔτσι μεγαλώνει τὸ δραματικὸ στοιχεῖο, ἀλλὰ κυρίως φανερώνεται ὅτι τὰ πράγματα μᾶς ὑπερβαίνουν, ὁ Λόγος εἶναι πιὸ ἕτοιμος καὶ πιὸ γρήγορος γιὰ μᾶς ἀπ’ ὅσο ἐμεῖς γιὰ Ἐκεῖνον.

Καταλυτικὸς γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ ὅλων ὁ θάνατος τῆς Ἴνγκερ.

Καταλαβαίνοντας ἐπιτέλους ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ τὴ φέρει στὴ ζωή, ὁ Ἰωάννης χωρίζεται ἀπὸ τὸ ποίμνιό του, ὑπερεντείνοντας τὴν ὕψωση σὲ ἕνα κίνδυνο ποὺ ἡ ταινία δὲν καταγράφει, ἀπ’ ὅπου ἐπιστρέφει στὴν κυριολεξία καὶ δυνατότητα νὰ ἐπικαλεστεῖ τὴν δύναμη τοῦ Λόγου.

Οἱ πάντες στὴν ἀνίχνευση τοῦ Ντράγιερ ἔχουν ἐπαφὴ μὲ τὴ θρησκεία, ἔστω χλιαρή, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἀδελφὸ τοῦ Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος ἀπορρίπτει καὶ τὴν πιθανότητα μιᾶς ἀξίας στὴν πίστη, ἀλλὰ τόσο ἀνίκανος γιὰ τὸ παραμικρὸ ἴχνος χυδαιότητας καὶ κακίας, ὥστε ἡ Ἴνγκερ δὲν διστάζει νὰ τὸν βεβαιώσει μὲ τὸν πιὸ ἀπόλυτο τρόπο ὅτι θὰ ἀποκτήσει πίστη ἀργὰ ἢ γρήγορα, πρόβλεψη ποὺ ὁ ἴδιος μὲ κανένα τρόπο καὶ σὲ κανένα βαθμὸ δὲν ἀποκρούει, πραγματοποιεῖται δὲ μὲ τὴν ἀνάσταση τῆς Ἴνγκερ.

Ὁ Ντράγιερ παρακάμπτει τὴν κοινωνία στὸν βαθμὸ τῆς ἀδιαφορίας της γιὰ τὸν Λόγο, συγκεντρώνοντας τὴν προσοχή του στὸ μέρος ἐκεῖνο, ὅπου ἡ θρησκευτικὴ συνείδηση παραμένει τοὐλάχιστον πιθανή, ἔχοντας ἤδη ἀποκτήσει μιὰ ἔκφραση, ἔστω ἔμμεση.

Ἐπικρίνοντας τὴ χλιαρὴ σχέση μὲ τὸν Θεὸ ὁ Ἰωάννης ἀπευθύνεται σὲ ὧτα ἀκουόντων, δὲν συμμετέχει στὴν ματαιότητα, ἔστω ἀντιτιθέμενος.

Ἡ ἀνάσταση τῆς Ἴνγκερ δημιουργεῖ ἔκπληξη μικρότερη ἀπ’ ὅποια ἴσως ἀνέμενε κανείς, συμβαίνει ὅπως κάτι ἱερὸ καὶ ὑψηλό, ὄχι ὅμως ἀναπάντεχο ριζικά, γι’ αὐτὸ ἐκφράζεται χωρὶς δραματικὴ ὑπερβολή, μὲ ἁπλότητα ποὺ ἐνισχύει καὶ ἡ νηφάλια παρουσία τῆς κόρης, βέβαιης ὅτι ὁ θεῖος της θὰ κάνει τὸ θαῦμα καὶ ἡ μητέρα της θὰ ‘ξυπνήσει’ ὅπως κάθε πρωί.