Ἀπὸ τὰ στοιχεῖα

Στὸ κείμενό του Ὁ Χριστιανισμὸς καὶ ἡ Φιλοσοφία ὁ Κόντογλου ἰσχυρίζεται ὅτι πρόκειται γιὰ δύο πραγματικότητες τόσο ἀντίθετες, ὅσο ὁ Θεὸς καὶ ὁ σατανᾶς! “Ὁ Χριστὸς εἶπε: Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔρχεται μετὰ παρατηρήσεως, ἤγουν [ἐξηγεῖ ὁ Κόντογλου:] ὁ ἄνθρωπος δὲν ξαναγεννιέται πνευματικὰ καὶ δὲν μπαίνει στὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ νὰ ἐξετάζει μὲ τὸ μυαλό του τὰ θεϊκὰ πράγματα”.

Ὅμως τὸ Εὐαγγέλιο ἀναφέρεται σὲ κάτι τελείως διαφορετικό, σὲ ὅσους περίμεναν τὴν Βασιλεία ἐντοπισμένη στὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο σὰν ἕνα ἐξωτερικὸ φαινόμενο, προειδοποιῶντας ὅτι δὲν εἶναι κάτι νὰ τὸ παρατηρήσεις ἀπὸ μακριά, ἀλλὰ συμβαίνει στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἢ πάντως ἐκεῖ ἔχει τὴν κύρια καὶ οὐσιώδη σημασία του. Αὐτὸ εἶναι ὁλοφάνερο στὸ κείμενο, τὴν παρερμηνεία τοῦ ὁποίου ἴσως εὐνόησαν ἄλλες σελίδες τῆς Βίβλου. Ἂς σκεφτοῦμε λοιπὸν τὴν ἴδια τὴν ἁπλότητα, πάντα μὲ σεβασμὸ στὸ πρόσωπο τοῦ Κόντογλου, τὸ ὁποῖο καθόλου δὲν ζημιώνεται ἀπὸ μερικὲς ὑπερβολὲς ἢ ἀπερισκεψίες.

Διαβάζοντας τὴν ἐξήγηση ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο “εἶναι ἁπλὸ γιατὶ εἶναι ἀληθινό, ἐνῷ ἀπ’ ὅλες τὶς φιλοσοφίες λείπει ἡ ἁπλότητα ποὺ εἶναι τὸ γνώρισμα τῆς ἀλήθειας,” χρειάζεται μεγάλη προσοχή, νὰ γίνεται συνειδητὴ ἡ σημασία τῆς ἁπλότητας, πῶς διαφέρει ἀνάλογα μὲ τὴν ἀναφορά της. Ἡ εἰσήγηση τοῦ Κόντογλου στὴν πράξη ἀρνεῖται τοὺς πιὸ σημαντικοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Τί ἀλήθεια εἶχε ὁ Μάξιμος ἢ ὁ Γρηγόριος Νύσσης; Ὁ Πλάτων θὰ τοὺς καταλάβαινε καὶ θὰ συζητοῦσε ἄνετα μαζί τους, θαυμάζοντας ἁπλότητα ἀνύπαρκτη γιὰ τὴν εὐλαβικὴ γιαγιά, ποὺ ὁ Κόντογλου ἔχει πρότυπο τῆς πίστης. Πέρα ἀπὸ αὐτό, πλησιάζοντας στὴν γιαγιὰ ἀναδύονται πλῆθος πνευματικὰ ἐλαττώματα, κακίες, ποὺ δὲν προσιδιάζουν στὴν ἡλικία της, ἀλλὰ καὶ καθόλου δὲν λείπουν — ὁ φθόνος, ἡ καχυποψία, ἡ κατάκριση, ἡ φιλαργυρία… Μὲ ἔκπληξη ἔχω συναντήσει σὲ γιαγιάδες ἀκόμη καὶ φιλαρέσκεια, πλέον ἀδικαιολόγητη στὴν ἡλικία αὐτή.

Τὸ ἀπερίσκεπτο ἐγκώμιο στὴν πίστη καὶ ἁπλοϊκότητα ἐναντίον τῆς γνώσης, χωρὶς προσπάθεια νὰ γίνονται ἀντιληπτὲς τάξεις τῆς ἁπλότητας, θυμίζει τὸν δυστυχῆ ἀποφατισμὸ τῆς Δύσης, προορισμένο νὰ πλησιάζει Θεὸ ἄγνωστο, φοβερὸ καὶ ἀπόμακρο, ἐνίοτε καὶ ἀναπληρώνοντας τὴν ἀπουσία Του μὲ τυπολογικὴ ἐθιμικὴ εὐσέβεια. Ὁ Κόντογλου σωστὰ ἐπικρίνει μιὰ μονομέρεια στὴν τάση γιὰ ἀπόδειξη τοῦ παντός, ἢ καὶ τὴν ‘φιλοσοφικὴ’ λογιστικὴ ἐν γένει ἂν στερεῖται ὑπαρξιακοῦ ἀντικρύσματος — “ἐπειδὴ πολλοὶ κάνουνε τὸν Χριστιανό, καὶ μάλιστα ἔχουνε φτιάξει καὶ σχολειὰ γιὰ νὰ κάνουνε καὶ τοὺς ἄλλους Χριστιανούς, ἐνῷ ἔχουνε λησμονήσει ὁλότελα τὸν Χριστὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ μονάχα ποὺ λένε τ’ ὄνομά του σὰν φωνόγραφα ἄψυχα, γιατὶ ἡ πίστη τους κι ἡ ἐλπίδα τους εἶναι στὴν ἐπιστήμη καὶ στὴ γνώση… Ἀλίμονο στὴν Ὀρθοδοξία! Πρέπει κι αὐτὴ νὰ γίνει ἐπιστημονική…”

Ἡ ἴδια ἡ φιλοσοφία γνωρίζει πὼς δὲν ἀποδεικνύονται ὅλα καὶ ἰδίως τὰ πιὸ σημαντικά, καὶ ἀκόμη ὅτι δὲν ἔχει φιλοσοφικὴ ἀξία ἡ ἀσύστολη κατάτμηση καὶ ἐξειδίκευση, ἡ ἀπεραντολογία, ἡ κοινὴ περιέργεια. Κι ἂν συμβαίνουν ἀπόπειρες ἀνάπτυξης καὶ μετάδοσης τοῦ χριστιανισμοῦ ὡς δῆθεν ἐπιστήμης σὲ σχολεῖα ἢ ἐκτὸς σχολείων, δὲν μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν οὔτε χριστιανικὲς οὔτε φιλοσοφικές, ἰδίως σήμερα, μὲ κυρίαρχη τὴν ἀπουσία πνευματικῆς θαλπωρῆς, τῆς ἱερῆς ἀτμόσφαιρας ποὺ χαρακτηρίζει τὸν μεσαιωνικὸ καὶ βυζαντινὸ κόσμο. Πῶς σκέφτηκαν οἱ μεγάλοι Πατέρες; Γιατί ἀγάπησαν καὶ σπούδασαν τὴν φιλοσοφικὴ παράδοση πολὺ πέρα ἀπ’ ὅσο χρειαζόταν ἡ συνεννόηση μὲ τοὺς ἐθνικούς; Δὲν ἐνδιαφέρει αὐτό; Διόρθωση σφαλμάτων τῆς ἐκκλησιαστικῆς παιδείας θὰ συμβεῖ ἀπορρίπτοντας τὴν φιλοσοφία, ἢ μήπως καταλαβαίνοντας τὴν πραγματική της φύση καὶ ἀποβάλλοντας ἀπὸ τὸν βίο μας ὄχι τὴν ἴδια ἀλλὰ τὶς παρωδίες της;