Ἡ ἴδια ἡ φιλοσοφία γνωρίζει πὼς δὲν ἀποδεικνύονται ὅλα καὶ ἰδίως τὰ πιὸ σημαντικά, καὶ ἀκόμη ὅτι δὲν ἔχει φιλοσοφικὴ ἀξία ἡ ἀσύστολη κατάτμηση καὶ ἐξειδίκευση, ἡ ἀπεραντολογία, ἡ κοινὴ περιέργεια. Κι ἂν συμβαίνουν ἀπόπειρες ἀνάπτυξης καὶ μετάδοσης τοῦ χριστιανισμοῦ ὡς δῆθεν ἐπιστήμης σὲ σχολεῖα ἢ ἐκτὸς σχολείων, δὲν μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν οὔτε χριστιανικὲς οὔτε φιλοσοφικές, ἰδίως σήμερα, μὲ κυρίαρχη τὴν ἀπουσία πνευματικῆς θαλπωρῆς, τῆς ἱερῆς ἀτμόσφαιρας ποὺ χαρακτηρίζει τὸν μεσαιωνικὸ καὶ βυζαντινὸ κόσμο. Πῶς σκέφτηκαν οἱ μεγάλοι Πατέρες; Γιατί ἀγάπησαν καὶ σπούδασαν τὴν φιλοσοφικὴ παράδοση πολὺ πέρα ἀπ’ ὅσο χρειαζόταν ἡ συνεννόηση μὲ τοὺς ἐθνικούς; Δὲν ἐνδιαφέρει αὐτό; Διόρθωση σφαλμάτων τῆς ἐκκλησιαστικῆς παιδείας θὰ συμβεῖ ἀπορρίπτοντας τὴν φιλοσοφία, ἢ μήπως καταλαβαίνοντας τὴν πραγματική της φύση καὶ ἀποβάλλοντας ἀπὸ τὸν βίο μας ὄχι τὴν ἴδια ἀλλὰ τὶς παρωδίες της;