Τὸ Γηρακώ, χωρὶς νὰ ἐννοῆ τίποτε, ἐξετέλεσε πιστῶς τὴν παντομίμαν καὶ τὸ λογύδριον.

Ἐλόγου του ἐξαπατηθεῖς, ἔτρεξε πρὸς τὴν μεγάλην θύραν, βέβαιος περὶ τοῦ θηράματος.

– Τώρα ἄμοιρος νὰ γένης, ἀρέ! εἶπεν εἰς τὸ γυναικεῖον ἰδίωμα τὸ Μπραϊνάκι.

Οἱ δυὸ νέοι ἐτράπησαν διὰ τῆς μικρᾶς θύρας εἰς φυγήν, κερδήσαντες ἑκατὸν βήματα τουλάχιστον διὰ τοῦ στρατηγήματος τούτου, καὶ ἔχοντες ἀσυγκρίτως ἐλαφρότερους τοὺς πόδας ἀπὸ τὸν Ἐλόγου του.

Τὴν πρωίαν ὁ Ἀλέκος, ὅστις ἦτο ὑπνοφάγος, ἀργὰ ὑπῆγεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἀλλ᾿ ὁ Σωτῆρος, «τῆς εὐχῆς τὸ παιδί», ὡς τὸν ἐκάλει ἡ μήτηρ του, ὑπῆγε, συγχρόνως μετὰ τοῦ νεωκόρου πρὸ τῶν ψαλτῶν καὶ τοῦ καπετᾶν-Θανασοῦ, ὅστις ἦτο ἐπίτροπος.

Μετά τὴν λειτουργίαν καὶ τὸν ἁγιασμόν, ἡ ἱερὰ πομπὴ ἐξῆλθε πρὸς τὴν ἀποβάθραν, ὅπου ἔμελλε νὰ τελεσθῆ ἡ κατάδυσις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.

Μέγα ἐνέπνεεν ἐνδιαφέρον ἡ ἑορτὴ αὕτη. Ὄχι τόσον διὰ τὸ μεγαλεῖον τῆς ἱερᾶς πομπῆς, ὄχι τόσον διὰ τὸ τὶς θ᾿ ἀναλάβη τὸν Σταυρὸν ἀπὸ τοῦ κύματος, ὅσον διὰ τό… τὶς θ᾿ ἁρπάση τὸν Σταυρὸν ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ πρώτου λαβόντος, διότι οὖτος μὲν ἀπεκλείετο, ἐκεῖνος δέ, ὁ εὐτυχής, ἔμελλε ν᾿ ἀργυρολογήση καὶ νὰ μεθοκοπήση ἐπὶ δυὸ ἡμέρας.

Δυὸ ἦσαν οἱ ἥρωες τῆς ἡμέρας. Ὁ Φτίκας καὶ ὁ Σοροκᾶς. Οὗτοι διηγωνίζοντο κατ᾿ ἔτος περὶ τοῦ γέρατος.

Καὶ ἔφερον πασίδηλα τὰ ἴχνη τῆς μακροετοῦς ταύτης πάλης. Ὁ μὲν Φτίκας εἶχεν ἑπτὰ δακτύλους εἰς τὰς δύο χεῖρας του, ὁ δὲ Σοροκᾶς ἕνα ὀφθαλμὸν ὀλιγώτερον τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων.

Δωδεκὰς λέμβων ἵστατο πλησίον τῆς ἀποβάθρας. Αὗται περιεῖχον τὸ πλήρωμα τῶν δυὸ μπουλουκιῶν, διότι ὁ Φτίκας καὶ ὁ Σοροκᾶς εἶχαν μπουλούκια, σχεδὸν πολεμάρχαι.

Ἄλλαι πολυάριθμοι λέμβοι ἵσταντο ἀπωτέρω, φέρουσαι μόνον θεατάς. Καὶ ὅλη ἡ ἀποβάθρα, καὶ ὅλη ἡ παραθαλάσσιος ἀγορά, καὶ ὅλοι οἱ ἐξῶσται καὶ τὰ παράθυρα πλήρη κόσμου. Ὁμιλοῦμεν σχετικῶς, διότι ἡ πολίχνη μας δὲν ἔχει πλείονας ἢ τεσσάρας χιλιάδας κατοίκων.

Ὁ Σωτῆρος καὶ ὁ Ἀλέκος ἵσταντο πλησίον τοῦ ἱερέως καὶ ἐκοίταζον νὰ ἴδωσι ποῦ τὸν Ἐλόγου του.

Ὁ Τίμιος Σταυρὸς ἔπεσε τέλος εἰς τὸ κύμα καὶ ἡ μάχη ἤρχισεν.

Εὐτυχῶς ὑπῆρξε σύντομος κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο.

Ὁ μπουλουκτσῆς τοῦ Φτίκα, ὅστις ἤρπασε πρῶτος τὸν Σταυρόν, εὐρίσκετο ἀρκετὰ πλησίον τῆς λέμβου του, καὶ εἶχεν ἀρκετὴν ἐπιδεξιότητα, ὥστε οὐδεὶς τῶν ἀνθρώπων τοῦ Σοροκᾶ ἐπρόφθανε νὰ τοῦ κόψη τὰ δάκτυλα ἢ νὰ τοῦ δοκιμάση τὸν γρόνθον, διὰ νὰ τοῦ τὸν ἀποσπάση.