Ποῦ νὰ τὰ ὀρμαθιάσουν τόσα οἱ δυὸ αὐτοσχέδιοι μελῳδοί;
Ἐφέτος εἶχον ἀντλήσει ἐκ τῶν ἀκένωτων πηγῶν τῆς μνήμης τῆς γηραιᾶς μάμμης, καὶ κατώρθωσαν σχεδὸν νὰ φθάσωσι τὸν ἀριθμόν.
Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ καπετάν-Θανασὸς παρέτασσεν ἐπὶ τῆς ἑστίας τόσα εἰκοσιπενταράκια τούρκικα ἢ ἑλληνικὰ τοῦ Ὄθωνος, ὅσα ἦταν καὶ τὰ παρ᾿ αὐτοῦ ἀπαιτούμενα ᾄσματα, καὶ ἔλεγεν: «Αὐτὸ γιὰ μένα, αὐτὸ γιὰ τὴν καπετάνισσα, αὐτὸ γιὰ τὸ καράβι… αὐτὸ γιὰ τὸν Κωνσταντῆ, γιὰ τὸν Γιάννη, γιὰ τὸν Παναγῆ, γιὰ τὸ Βασίλη, γιὰ τὸν Ἀνδρέα, γιὰ τὸν Γιωργῆ… αὐτὸ γιὰ τὴν Φλωροῦ, γιὰ τὴ Σινιωρίτσα… αὐτὰ τὰ δυὸ γιὰ τὸ Μπραϊνάκι… κι αὐτὸ γιὰ τὸ Γηρακώ…»
Ἡ σύζυγος τοῦ καπετάν-Θανασοῦ ἐρρέμβαζε παρὰ τὸ πτερύγιον τῆς ἑστίας. Οἱ λογισμοί της ἴπταντο πρὸς τοὺς δυὸ υἱούς της, οἵτινες ἐταξίδευον ἐφέτος «χειμωνιάτικα». Ὅλα σχεδὸν τὰ πλοῖα ἦσαν δεδεμένα, περιμένοντα τὴν αὔριον «νὰ φωτισθοῦν τὰ νερά» καὶ εἶτα ν᾿ ἀποπλεύσωσι. Τὸ ἰδικόν των τὸ πλοῖον ἦτο «πρωτο-τάξειδο», εἶχε καθελκυσθῆ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον, τὸν Σεπτέμβριον εἶχεν ἐκπλεύσει, καὶ φυσικῶς δὲν ἠδύνατο νὰ παραχειμάση εἰς τὸν λιμένα «πρώτη χρονιά».
Ἀλλ᾿ ἐκεῖνο ὅπερ ἔφερεν εἰς τοὺς ὀφθαλμούς της δάκρυα ἦτο τὸ ἑξῆς ᾄσμα, ὀφειλόμενον εἰς τὴν μνήμην τῆς μάμμης, καὶ ὅπερ ἐτραγούδησαν οἱ δυὸ νέοι:
Κυρά μου, τὰ παιδάκια σου, κυρά μου, τ᾿ ἀκριβά σου,
καράβι τριοκάταρτο στὸ πέλαγο ἀρμενίζουν
καὶ μὲ τ᾿ ἀφέντη τὴν εὐχὴ γρόσα πολλὰ θὰ φέρουν·
Κι ὁ κὺρ Βορρηᾶς τὰ κύματα φυσάει καὶ τὰ σπρώχνει.
Σπρῶχνε, Βορρηά, τὰ κύματα, νὰ μὤρθῃ τὸ παιδί μου,
τἀγαπημένο μου πουλὶ καὶ τὸ ξεπεταρούδι,
ἀνάθρεμμα τῆς ἀγκαλιᾶς, τῆς ξενητειᾶς λουλούδι!
Ἐνθουσιῶν ὁ καπετάν-Θανασὸς ἠγέρθη αὐτομάτως καὶ ἐλθὼν προσεκόλλησε σφάντζικον ἐπὶ τοῦ μετώπου τοῦ Σωτήρου, μειδιῶντος καὶ ἀνεχομένου· τὸ αὐτὸ ἠθέλησε νὰ κάμη καὶ εἰς τὸν Ἀλέκον, ἀλλ᾿ οὗτος φοβερῶς μορφάσας, ἀπέστρεψε τὸ πρόσωπον καὶ εἶπε:
– Δὲν εἶμ᾿ ἐγὼ βιολιτζῆς, μπάρμπα.
Ἀφοῦ ἐκαλονύκτισαν τὴν οἰκογένειαν, τὸ Μπραϊνάκι ἔλαβε λυχνίαν καὶ ἠθέλησε νὰ προπέμψη μέχρι τῆς αὐλείου θύρας τοὺς δυὸ ἐξαδέλφους της. Κατόπιν αὐτῶν ἔτρεχεν καὶ ἡ ὀκταέτις Γηρακώ.
– Μὴ μᾶς πᾶς ἀπ᾿ τὴν ἔξω σκάλα, τῇ εἶπε τότε μυστηριωδῶς ὁ Σωτῆρος, μὴ μᾶς πᾶς ἀπ᾿ τὴ μεγάλη πόρτα.
Σελ. 12345678