Φεῦ! οἱ δυὸ ἐκεῖνοι συμμαθηταί, τοὺς ὁποίους οὐχὶ ἄνευ παιδικῆς κακεντρεχείας προσήγγιζεν οὕτως ὁ Ἀλέκος, ἔμελλον μετὰ δεκαετίαν νὰ κατέλθωσιν ἐκ Γερμανίας μὲ ὑψηλοὺς πίλους καὶ μὲ ξένα ἔξοδα doctores philosophiae et omnium rerum… καὶ ὁ πτωχὸς Ἀλέκος, ὅστις οὔτε διδάσκαλος κατώρθωσε νὰ γίνη, ἂν καὶ ἐνεγράφη ποτὲ εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν σχολήν, ἔμελλε νὰ μείνη ξεσκούφωτος καὶ ἄσημος… συρράπτης ἐπιφυλλίδων!…
– Ὁ Σπύρος, ἀπήντησε ὁ Σωτῆρος, δὲν φορεῖ πάντοτε.
– Καὶ σὺ μὴ φορὴς μιὰ φορά.
Εἶτα εὐθὺς τῷ ἦλθεν ἄλλη ἰδέα.
– Στάσου, βάζω κ᾿ ἐγὼ τὸ κασκέτο μου στὴν τσέπη, καὶ παρουσιαζόμεθα καὶ οἱ δυὸ ξεσκούφωτοι. Καὶ ἔκαμεν ὡς εἶπε.
– Τώρα, θὰ τὸ δώσης τὸ ραβασάκι; ἠρώτησε καὶ πάλιν ὁ Ἀλέκος.
– Αυτό δὲν τὸ κάνω ἐγὼ ποτέ, ἀπήντησεν ὁ φρόνιμος Σωτῆρος.
– Αυτό ἤθελα νὰ σοῦ πῶ κ᾿ ἐγὼ γιὰ νὰ διαβάσουμε τί γράφει μέσα.
– Ὄχι δά… κι αὐτὸ δὲν πρέπει… εἶπεν αὐστηρῶς ὁ Σωτῆρος.
– Γιατί;
– Καὶ τί θὰ διαβάσης; δὲν ξέρεις τί γράφει μέσα; Δὲν διάβασες ποτέ σου τὸν «Σκανδαλώδη Ἔρωτα» καὶ τὴν «Φιλομειδὴ Ἀφροδίτην»;
-Ναί.
– Ἐγὼ νὰ σοῦ πῶ τί θὰ γράψη. «Ψυχή μου, μάτια μου, καρδιά μου, συκώτι μου», καὶ ὕστερα θὰ ἔχη κάτι στίχους ἀπὸ τὰ βιβλία ποὺ σοῦ εἶπα: «Εἶσαι καρπὸς τοῦ Ἔρωτος, παιδὶ τῆς Ἀφροδίτης», ἢ «Ἔχεις ἀνάστημα μικρόν, ἀλλὰ ψυχὴν μεγάλην, ὡς ἄρωμα πολύτιμον εἰς πάγχρυσον φιάλην», καὶ ὕστερα θὰ λέγη: «Ἀπὸ τὰ μπεντένια πέφτω, πέφτω γιὰ νὰ σκοτωθῶ, κ᾿ ἡ ἀγάπη μου φωνάζει, πιάστε τον, γιὰ τὸ Θεό!» Αὐτὰ θὰ γράφη.
Ὁ Σωτῆρος ἐμνημόνευσεν ἀνωτέρω δυὸ συλλογὰς τοῦ Γαλατᾶ, ἐξ ἐκείνων αἵτινες τοιαῦτα δίστιχα περιέχουν τῷ ὄντι, ὧν πολλὰ μὲν κακόζηλα, πλεῖστα δὲ ἀνόητα καὶ ὅλα γελοῖα.
Καὶ ὅμως ἡ περιέργεια τοῦ Ἀλέκου δὲν ἀνεπαύετο. Παρὰ τὴν ἑστίαν πατριαρχικῶς καθήμενος ὁ μπάρμπα-Θανασός, ἔχων ἀντικρὺ τὴν πιστὴν συμβίαν του, καὶ περιστοιχούμενος ὑπὸ τῶν τεσσάρων θυγατέρων του καὶ τῶν τεσσάρων νεωτέρων υἱῶν του, διότι οἱ δυὸ πρεσβύτεροι ἔλειπον μὲ τὸ καράβι, ὡς ἀνωτέρω εἶπομεν, ἀπήλαυε τῆς μακάριας ἡδονῆς τοῦ οἴκου, ἣν μόνος ὁ ἐπὶ μακρὸν στερηθεὶς αὐτῆς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτιμήσῃ.
Ὁ καπετάν-Θανασὸς δὲν εἶχε μετρίας ἀπαιτήσεις. Ἤθελε πλὴν τοῦ κοινοῦ ᾄσματος τῶν Φώτων, ἓν δι᾿ ἑαυτόν, ἓν διὰ τὴν σύζυγόν του, ἓν διὰ τὸ καράβι, ἀνὰ ἓν διὰ τοὺς ἓξ υἱούς του, ἀνὰ ἓν διὰ τὰς τρεῖς θυγατέρας του, καὶ δυὸ διὰ τὴν τρίτην κόρην του, τὸ Μπραϊνάκι, τὸ ὅλον δεκαπέντε ᾄσματα.
Σελ. 12345678