Τον Δηλιγιάννη διαδέχεται ο Ζαΐμης και μέσα σε ένδεκα μήνες κατορθώνει πράγματα που σήμερα φαίνονται απίστευτα: να ενσωματώσει την πολεμική αποζημίωση στο παλαιό δημόσιο χρέος να αναδιαρθρώσει το χρέος· να μειώσει δαπάνες και να προχωρήσει τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούσε ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος· και να πείσει τις Δυνάμεις να επιβάλουν την αυτονομία της Κρήτης με ύπατο αρμοστή έλληνα πρίγκιπα.
Επτά χρόνια αργότερα, η δραχμή που είχε υποτιμηθεί κατά 50% θα ανακτήσει την ισοτιμία της με το γαλλικό φράγκο και το 1907 η τιμή της θα υπερβεί την τιμή του χρυσού φράγκου, γεγονός πρωτοφανές στην ιστορία της χώρας. Εμείς αν καταφέρουμε κάτι τέτοιο, δεν θα είναι σε ένδεκα μήνες αλλά σε ένδεκα χρόνια το λιγότερο – ήδη έχουν περάσει οκτώ.
Ας καταλάβουμε επί τέλους ότι η χώρα μας παράγει λιγότερα από όσα χρειάζεται για να ζει καλά· και ότι από τα αγαθά που παράγει, ελάχιστα είναι διεθνώς ανταγωνιστικά. Επομένως, ακόμη και χωρίς χρέος δεν θα έχουμε αυτομάτως ανάπτυξη χωρίς τη θεμελιώδη προϋπόθεσή της, που είναι να προσελκύσουμε επενδύσεις σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Εννοώ επενδύσεις όχι μόνο στη βιομηχανία, αλλά κυρίως εκεί όπου είναι δυνατές επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας: ενέργεια, γεωργία, ναυτιλία, μεταφορές και άλλες υπηρεσίες. Αλλά επενδύσεις δεν θα προσελκύσουμε παρά μόνο εάν κάνουμε τις μεταρρυθμίσεις που μας ζητούν εδώ κι επτά χρόνια και τις απορρίπτουμε ανοήτως.
Για να δείξω τη σημασία των επενδύσεων, θα δώσω ένα απλό παράδειγμα. Αυτές που πραγματοποίησε η Κίνα στη χώρα μας είναι ψιχία μπροστά σε όσες θα πετυχαίναμε αν είχαμε διαπραγματευθεί σωστά και προτείνει κάτι θετικό, αντί να κάνουμε παλικαριές και μετά να υποχωρούμε πανικόβλητοι, όπως έγινε προ ετών στον Πειραιά. Συγκεκριμένως, αν κυριολεκτικώς χαρίζαμε στην Cosco τους ελληνικούς σιδηροδρόμους, χρεωκοπημένους εδώ και διακόσια χρόνια, με αντάλλαγμα ευρω-ελληνο-κινεζική επένδυση σε μια υπερταχεία σιδηροδρομική σύνδεση με την ανατολική, την κεντρική και τη σκανδιναβική Ευρώπη.
Οι ελληνικές κατασκευαστικές εταιρείες, που λειτουργούν επιτυχέστατα σε ξένες χώρες εδώ και δεκαετίες, θα είχαν έτσι την ευκαιρία να προτείνουν ταυτόχρονη επένδυση σε οδική σύνδεση και να συμμετάσχουν στην κατασκευή όπως έγινε με τη γέφυρα Ρίου-Αντιρίου. Και πέραν του οφέλους από τις επενδύσεις, η χώρα μας θα είχε το τεράστιο παρεπόμενο όφελος από τη διεύρυνση των εξαγωγών μας και του τουρισμού, τη μείωση του κόστους των εισαγωγών μας και τη δημιουργία μυριάδων θέσεων εργασίας σε όλους αυτούς τους κλάδους.